Lasciate ogne speranza voi ch’ intrate
(Αφήστε κάθε ελπίδα εσείς που εισέρχεστε)

Γράφει η Βασιλική Καρατζογιάννη*

Οι νομοθετικές προθέσεις του υπουργείου παιδείας σχετικά με το νέο Λύκειο και το νέο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχουν ήδη ανακοινωθείκαι αναμένεται η ψήφισή τους κατά το προσεχές διάστημα. Μεταρρυθμίσεις που μοιάζουν περισσότερο σε ένα σύγχρονο Λεβιάθαν που έρχεται να καταβροχθίσει και τα τελευταία ψήγματα εκπαιδευτικής ελπίδας παρά στην ίδια την ελπίδα ως όρο και έννοια.
Η πανελλαδική συνεξέταση του μαθήματος της Ν. Γλώσσας με το μάθημα της Ν. Λογοτεχνίας, ως μάθημα γενικής παιδείας, που ήδη εφαρμόζεται στο κυπριακό σχολείο με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, εγείρει εύλογα ερωτήματα, των οποίων οι απαντήσεις καταλήγουν στο ότι είναι μια λανθασμένη εκπαιδευτική πρακτική. Ας ξεκαθαριστεί πρώτα ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά μαθήματα με εντελώς διαφορετικούς εκπαιδευτικούς στόχους, διαφορετική μέθοδο διδασκαλίας και εξέτασης. Αρχικά, πώς θα ενισχυθεί η κριτική σκέψη του μαθητή, εφόσον αφαιρείται η πιο σημαντική άσκηση κατανόησης του κειμένου, αυτή της περίληψης ,με βάση την οποία ο μαθητής αξιολογείται στο αν διαθέτει κριτική και αφαιρετική σκέψη. Επίσης, τι είδους έκθεση ιδεών θα είναι αυτή, στην οποία μειώνεται ο αριθμός των λέξεων (από 600 σε 250) και πώς μπορεί ο μαθητής μέσα σε αυτό το πλαίσιο να διατυπώσει αναλυτικά σκέψεις, θέσεις και επιχειρήματαꓼ
Αλλο βασικό ερώτημα που φύεται, είναι το πώς θα είμαστε βέβαιοι ότι το άγνωστο λογοτεχνικό κείμενο που θα δοθεί στους μαθητές, θα είναι κατανοητό, αν δεν γνωρίζουν την εποχή, το πλαίσιο και το σκοπό για τον οποίο γράφτηκε αλλά και τις ιδιαιτερότητες του συγγραφέα. Το ερώτημα, πώς μπορούμε να απαιτήσουμε από μαθητές των προσανατολισμών θετικών σπουδών και οικονομίας και πληροφορικής

να απαντήσουν σε ερωτήματα που θα αφορούν τα ποιητικά σύμβολα, τις τεχνικές της αφήγησης κλπ., αποδεικνύεται επίσης ρητορικό.

Η de facto κατάργηση των Λατινικών και η αντικατάστασή τους από το μάθημα της Κοινωνιολογίας, σύμφωνα με τον υπουργό, πραγματοποιείται εξαιτίας του γεγονότος, ότι πρόκειται για μάθημα που βασίζεται εξολοκλήρου στην αποστήθιση. Η ελπίδα, εν τοιαύτη περιπτώσει, έχει να κάνει με την παύση της στείρας αποστήθισης. Εν προκειμένω, γεννάται ακόμη ένα ερώτημα το οποίο δεν χρήζει καν απάντησης: Το μάθημα των Λατινικών, με την πληθώρα γραμματικών και συντακτικών πρακτικών εφαρμογών είναι περισσότερο αντικείμενο στείρας αποστήθισης από το μάθημα της Κοινωνιολογίαςꓼ Εκτός αυτού, εφόσον έχει γίνει αντιληπτό πια ότι τα Λατινικά δεν διδάσκονται με τον σωστό εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό τρόπο, γιατί να καταργηθούν και να μην αναβαθμιστούνꓼ Σχετικά με τα υπόλοιπα επιχειρήματα του υπουργείου που αφορούν στην – άκουσον! άκουσον!- έλλειψη φιλολόγων, δημιουργείται ο απόλυτος κλαυσίγελως. Κανένα επιχείρημα δεν αποδεικνύεται πειστικό, καθώς όλα άπτονται της περιπτωσιολογίαςκαι παρουσιάζονται με τρόπο που προβάλλεται το επικίνδυνο φιλοσοφικό και ιδεολογικό βάθος μιας σχεδόν ανύπαρκτης εκπαιδευτικής σκέψης. Συν τοις άλλοις, κάθε κυβέρνηση που σέβεται τον εαυτό της, οφείλει να δείξει ότι ασχολείται με έναν από τους πυλώνες του κράτους, την παιδεία, και με το πρόσχημα του ενδιαφέροντος της αναβάθμισης να διαφανεί η υπερτέρηση έναντι των προηγουμένων ή και των επομένων, στοχεύοντας στο όνομα που θα μείνει στην ιστορία. Aut Caesar aut nihil!

Ο βαθμός πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διαμορφώνεται κατά 90% από το μέσο όρο των βαθμών στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα και κατά 10% από το βαθμό του απολυτηρίου. Το ενδεχόμενο, απλή βεβαιότητα για τις κλειστές επαρχιακές κοινωνίες, της πίεσης των καθηγητών του δημοσίου από τους γονείς των μαθητών για υψηλή βαθμολογία στον έλεγχο προόδου, δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη a prioriꓼ Επίσης, εφόσον δημιουργείται ένα νέο σύστημα εκπαίδευσης με γνώμονα τον μαθητή – παιδί , γιατί να ενθαρρυνθούν τα φαινόμενα βαθμοθηρίαςꓼ

Ο διαχωρισμός των τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε τμήματα ελεύθερης πρόσβασης (ΤΕΠ) και σε τμήματα πρόσβασης μόνο με πανελλήνιες εξετάσεις (ΤΠΠΕ) αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αλλαγές. Συγκεκριμένα, μετά την ολοκλήρωση της Β’ λυκείου, τον Ιούλιο, οι μαθητές που επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, υποχρεούνται να συμπληρώσουν το πρώτο τους μηχανογραφικό δελτίο με 10 προτιμήσεις τμημάτων, στα οποία επιθυμούν να φοιτήσουν. Κάποιες μέρες αργότερα, θα γίνουν γνωστά στους υποψηφίους τα τμήματα που θα ανήκουν στα ΤΕΠ. Δηλαδή, τη στιγμή της συμπλήρωσης του μηχανογραφικού, οι μαθητές δεν θα διακατέχονται από το πνεύμα της ελευθερίας της επιλογής, αλλά από…μαντικές ικανότητες. Ως σύγχρονοι Τειρεσίες, θα δηλώσουν τις σχολές που μαντεύουν ότι θα ενταχθούν a posteriori στα ΤΕΠ. Τα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης, όπως βαπτίστηκαν, θα είναι ουσιαστικά τα τμήματα χαμηλής ζήτησης. Δηλαδή, οι υποψήφιοι θα πρέπει να επιστρατεύσουν ξανά τις μαντικές τους ικανότητες προεικάζοντας, ποια είναι αυτά τα τμήματα που θα έχουν δηλωθεί από όσο το δυνατόν λιγότερους συνυποψήφιούς τους. Τέλος, οι μαθητές που θα εισαχθούν στα ΤΕΠ δεν θα έχουν το δικαίωμα της μετεγγραφής.

Στις βασικές μεταρρυθμίσεις του νέου εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των άλλων, ανήκει και η διεξαγωγή των ενδοσχολικών εξετάσεων, στις οποίες οι μαθητές θα εξετάζονται στα ίδια μαθήματα με αυτά των πανελληνίων. Επίσης, θα πραγματοποιηθεί η κατάργηση του μαθήματος επιλογής, με το οποίο ο υποψήφιος μπορούσε να επιλέξει και σχολές από άλλα πεδία. Με το νέο σύστημα, κάθε ομάδα προσανατολισμού θα αντιστοιχεί σε ένα μόνο πεδίο με τα μαθήματα προσανατολισμού να μην έχουν πια συντελεστές βαρύτητας.

Ουσιαστικά και προς το παρόν οι αγχογόνες πανελλήνιες εξετάσεις δεν καταργούνται, αλλά προστίθενται κι άλλες εξετάσεις και μάλιστα στα ίδια μαθήματα. Ετσι, δημιουργείται αυτόματα η εικασία ότι οι ενδοσχολικές ήρθαν προσχηματικά, για να αντικαταστήσουν και, σε ύστερο χρόνο, να καταργήσουν τις πανελλήνιες εξετάσεις, που αποτελούν τον μόνο αποδεδειγμένο αδιάβλητο τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μια τέτοια έκβαση, αν δεν αποτραπεί, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ο όζος του φόβου της πολιτείας, της κοινωνίας και των οντοτήτων για την προσπάθεια, τον αγώνα και τη σκληρή δουλειά για την επίτευξη ενός ανώτερου στόχου. Δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά η παύση της ελπίδας για κάτι καλύτερο. Ας μη μένει η ελπίδα απ’ έξω κατά την είσοδο στο ελληνικό λύκειο!


* Φιλόλογος, ιδιοκτήτρια εκπαιδευτικού κέντρου «ΕΠΙΛΛΥΟΝ» στο Νεοχώρι Μεσολογγίου