Ένα αφιέρωμα-φόρος τιμής σε έναν από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες του κλαρίνου που ανέδειξε η περιοχή μας.

Όλοι περίμεναν σαν μικρά παιδιά να έρθει ο “δάσκαλος” και να ανέβει πάνω στο πατάρι και με τις μεθυστικές του νότες να ξεκινήσει το πανηγύρι, ο χορός και η διασκέδαση. “Ήρθε, ήρθε” φώναζαν χαρούμενοι κι εκείνος ξεχώριζε από μακριά με το λευκό κουστούμι, το περιποιημένο μουστάκι του και το αψεγάδιαστο μαλλί του.

Σείονταν τα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, το Ξηρόμερο και όλη η περιοχή με τις γλυκές μελωδίες του Γιάννη Βασιλόπουλου που περήφανα στέκονταν μέχρι το πρωί στα πανηγύρια για να καθοδηγεί με τους ρυθμούς του τον χορευτή, γινόταν συνεργός του πάθους του, για να τον βοηθήσει να βγάλει από μέσα του την πίκρα και τον σεβντά του. Εκεί, ακούραστος και ανεξάντλητος…

Ο σπουδαίος κλαρινίστας γεννήθηκε το 1939 στο Αγρίνιο, με γιαγιά τσιγγάνα από το Μεσολόγγι και κατάγονταν από οικογένεια παραδοσιακών µουσικών. Τα πρώτα µαθήµατα τα πήρε από τον πατέρα του Γιώργο Βασιλόπουλο και από τους θείους του Κώστα και Γρηγόρη. Επηρεάστηκε από τους παλιούς κλαρινίστες, όπως τον Χαράλαµπο Μαργέλη, τον Κώστα Φουσκοµπούκα (πατέρα του Αριστείδη Μόσχου), τον Βασίλη Τουρκοβασίλη και τον Βάγιο Μαλλιάρα.

Οπότε, σε ηλικία οκτώ ετών παίρνει τον οικογενειακό δρόμο του κλαρίνου, αλλά όμως διέθετε εξαιρετικό έμφυτο ταλέντο διότι μπορεί να μην ήξερε να διαβάζει νότες, μπορούσε όμως χάρη στην απίστευτη μουσική μνήμη του να παίξει οτιδήποτε, από το πρώτο και μόνο άκουσμα. Μιλώντας ο ίδιος για το παίξιµό του και για την αγάπη του στο όργανο αυτό είχε ειπεί κάποτε: «Το μεροκάματο ήταν 30-60 δραχμές στις αρχές του ’60. Τώρα είμαι πρώτο όνομα και είναι ανάλογο. Είμαι αυτοδίδακτος και όταν εκτελώ το όργανο δίνω την ψυχή μου. Όπως αγαπώ το παιδί μου, πιο καλά αγαπώ το όργανο. Εγώ παίζω το ΛΑ κλαρίνο, είναι πιο σωστό από το ΝΤΟ, δεν το αγριεύει το όργανο, το ΛΑ είναι γλυκό. Το κλαρίνο που “χω το πήρα 100 δραχμές από το σακούλι ενός Βλάχου. Είναι πάνω από 100 χρονών όργανο. Ο άνθρωπος δεν ήξερε τι μου “δωσε. Το παν στο κλαρίνο είναι το φύσημα και οι ανάσες. Το φύσημα πρέπει να “ναι ταιριασμένο με τα δάχτυλα, διαφορετικά «αλλού παπάς κι αλλού τα ράσα του». Η ανάσα από τη μύτη μόνη της. Μόνο εγώ να το καταλαβαίνω. Άμα το νιώσει ο ακροατής, πάει, χάλασε το κομμάτι».

Λέγεται ότι τον ανακάλυψε ο Γιώργος Παπασιδέρης που τον πήγε στην Αθήνα σε ηλικία 18 ετών και έπαιξε µε την Τασία Βέρα, τη Σοφία Κολλητήρη, τον Γιάννη Κωνσταντίνου, τον ∆ηµήτρη Ζάχο κ.ά. Κάπως έτσι, τον γνωρίζει και ο Στέλιος Καζαντζίδης που τον πήγε στην Κολούµπια και συνεργάστηκε µαζί του. Έπειτα, αρχίζει μια σπουδαίαδιαδρομή και συµµετάσχει σε ηχογραφήσεις δηµοτικών-λαϊκών και έντεχνων τραγουδιών τα τελευταία 50 χρόνια µε τους Στέλιο Καζαντζίδη, Γιώργο Παπασιδέρη, Τάκη Καρναβά, Γιώργο Νταλάρα, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, είχε συνεργαστεί µε τους σηµαντικότερους συνθέτες – Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργο Ζαµπέτα, Σταύρο Ξαρχάκο (έπαιξε στον δίσκο «Η Ελλάδα της Μελίνας) – και είχε συνοδέψει µεγάλα ονόµατα του λαϊκού τραγουδιού, ανάµεσά τους οι Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Γιώργος Χατζηαντωνίου, Πόλυ Πάνου, Λάκης Χαλκιάς.

Εκτός από τις συμμετοχές σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις, κυκλοφόρησαν αρκετοί δίσκοι στις 45 και 33 στροφές με σόλο του Γιάννη Βασιλόπουλου, από την «Κολούμπια», τη «Μίνως» κ.ά. Σόλο μουσικά κομμάτια του Γ. Βασιλόπουλου έχουν αποτυπωθεί στους δίσκους «Το χρυσό Κλαρίνο» (1976), «Λαϊκοί Σολίστες» (1985) και σε σύγχρονες παραγωγές. Το 1995 κυκλοφόρησε μιαν αξιομνημόνευτη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Τα δάκρυα της Μαγδαληνής», η οποία περιέχει το «Θρήνο» (με διάρκεια 28 λεπτά, ηχογράφηση του 1977) και τους «Αυτοσχεδιασμούς» (διάρκειας 17 λεπτών, ηχογραφημένο το 1995) πάνω σε ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής.

Το μυστικό της… κλεφτής ανάσας

Ο Λάκης Χαλκιάς, γιος του κορυφαίου Τάσου Χαλκιά και θαυμαστής του αυθεντικού μουσικού, έχει αναφέρει στο παρελθόν: «ο Γιάννης Βασιλόπουλος είχε άλλο ένα φοβερό τεχνικό μυστικό στα τόσα άλλα. Ήταν αυτό της κλεφτής ανάσας, που λένε πως ήταν ένα από τα μυστικά των παλιών οργανοπαιχτών, οι οποίοι ενώ φυσούσαν (εκπνοή) από το στόμα για να δουλεύουν το κλαρίνο, συγχρόνως από τη μύτη έπαιρναν αέρα (εισπνοή) και γέμιζαν τους πνεύμονές τους. Ήταν θαύμα και όμως αυτοί οι άνθρωποι έκαναν απίθανα πράγματα! Όπως και το ότι εάν έπιανε κάποιος άλλος να παίξει το κλαρίνο του Γιάννη Βασιλόπουλου, δεν θα έβγαζε νότα σωστή. Κι όμως, όταν το έπιανε ο ίδιος και έπαιζε, ήταν ολόσωστο!».

Ο Γιάννης Βασιλόπουλος φημίστηκε τόσο για το μοναδικό «ανατολίτικο» τρόπο παιξίματός του όσο και για τα σπάνια «ειδικά» μουσικά του προσόντα («αυτί» και «μνήμη»), που του επέτρεπαν, παρότι δεν ήξερε να διαβάζει νότες, να απομνημονεύει αμέσως οποιαδήποτε μουσική με όλες τις επιμέρους λεπτομέρειες.

Ο ίδιος είχε αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Κάποτε με κάλεσε ο Μίκης Θεοδωράκης και με πήρε και με πήγε ο Γιάννης ο Πετσάς (κιθάρα). Όταν πήγα στο στούντιο, ήτανε 30 με 40 μουσικοί και ο Μίκης Θεοδωράκης μου “δωσε την παρτιτούρα και λέω του Γιάννη: «Τι μου δίνει εδώ; Μου “δωσε μια παρτιτούρα». «Μαέστρο, δε διαβάζει τις νότες», του είπε ο Γιάννης και ο Μίκης ήθελε να με διώξει και όπως κάθησε στο πιάνο του λέω: «Δάσκαλε, παίξε και θα το παίξω». Τα “χασε ο Μίκης και γυρίζει και λέει: «Πώς είναι δυνατόν να κρατάει τόσες φωνές στο μυαλό του!» «Ώσπου να πάμε στη Θεσσαλονίκη» μου λέει, «θα σε μάθω μουσική». Εν τω μεταξύ τον πιάσανε -χούντα ήτανε- και δεν είχα την τύχη να προλάβω να διαβάσω μαζί του».

Τα μουσικά ακούσματα

Ο Γιάννης Βασιλόπουλος λάτρευε την βυζαντινή μουσική και πάντα όταν έβρισκε ευκαιρία, άρχιζε να παίζει μελωδίες από βυζαντινά τροπάρια και μετά αυτοσχεδίαζε. «Από μικρός μ άρεσε η βυζαντινή μουσική», έλεγε. «Παίρνω το όργανο, συγκεντρώνομαι και κατεβάζω αυτά που θέλω και πατάω στους δρόμους της βυζαντινής μουσικής Ραστ Σαμπάχ Ουσάκ Νέβα Γιαβέντι».

Έπαιζε δημοτικά, αλλά και λαϊκά, χωρίς να συγχέει τα είδη και τα όρια. Και την ώρα του γάμου (την περίσταση του οποίου τη θεωρούσε μέγα σχολείο για τον οργανοπαίκτη) ή του πανηγυριού, συνόδευε και τα δημοτικοφανή ή τα λαϊκοφανή, που χρόνο με το χρόνο διεύρυναν την επικράτειά τους, και κατόρθωνε ώς κι αυτά να τα εξυψώνει, να τα ευγενίζει. Και τον «Ηλιο» έπαιζε και το «Ραστ» και αξέχαστα σόλο.

Το κλαρίνο που θα είναι για πάντα στην μνήμη μας

Πόσες και πόσες νύφες ξεκίνησαν τη ζωή τους με τους ήχους του Γιάννη; Πόσα και πόσα πανηγύρια, ονομαστά στη Πεντάλοφο και στο Μοναστηράκι δεν έγραψαν ιστορία; Γιατί οι Μεγάλες Παρασκευές στις εκκλησίες, οι εκκλησιαστικοί του ύμνοι; Οι διασκευές του – το αγριολούλουδο- τα υπέροχα σόλο του -Σαν της Άνοιξης Λουλούδι-

Δεν ήταν συνηθισμένο κλαρίνο, ήταν διαφορετικό, ξεχωριστό, το ηχόχρωμα του μοναδικό, σε χίλιους ήχους κλαρίνου, το δικό του ξεχώριζε, αυτός είναι Βασιλόπουλος, έλεγες…

Ο αείμνηστος Γιάννης Βασιλόπουλος ήταν άνθρωπος που του άρεσε να είναι πάντα καλοντυμένος. «Μ” αρέσει το ωραίο ντύσιμο, το βρήκαμε από τη γενιά του πατέρα μας», έλεγε. «Είναι παράδοση. Ο άνθρωπος δε ζει για να γεμίζει την κοιλιά του, αλλά για να μοσχοβολάει». Κι ακόμη τα μέρη που έπαιξε κλαρίνο μοσχοβολάνε από τις μουσικές είναι καλά εγκλωβισμένες στα αυτιά μας, μα πάνω απ’ όλα στην ψυχή μας. Και δεν πρόκειται να δραπετεύσουν ποτέ…

Πέθανε την Παρασκευή 4/2/2011, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 72 ετών. Συγγενείς και φίλοι τού είπαν το στερνό αντίο στο Κοιμητήριο Αγίων Αναργύρων.

Διαβάστε ακόμη…