Loading...

Ορθοδοξία και Πολιτική: Ποιος ο λόγος της Εκκλησίας και της θεολογίας;


Μοιραστείτε το άρθρο...

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος π΄ Ανδρέας Καππές
Θεολόγος (Κατ. Μεταπτυχ. Διπλώμ. της Χριστιαν. Ιστορίας)

Αφού μελετήσουμε το κατωτέρω κείμενο, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης (335-394 μ.Χ.), θα απαντήσουμε στα επόμενα ερωτήματα τα οποία θα μας δημιουργηθούν:

«Αλλά κι αν ακόμα προσφέρεις ελεημοσύνη, σαν προϊόν απάνθρωπης εκμεταλλεύσεως, δεν θα’ ναι καρπός των συμφορών των άλλων, γεμάτη δάκρυα και στεναγμούς; Αν γνώριζε ο φτωχός από πού προσφέρεις την ελεημοσύνη, δεν θα τη δεχόταν γιατί θα αισθανόταν σαν να `μελλε να γευθεί σάρκες αδελφικές και αίμα συγγενών του. Θα σου πετούσε δε κατάμουτρα τούτα τα λόγια τα γεμάτα θάρρος και φρονιμάδα: Μη με θρέψεις, άνθρωπε, από τα δάκρυα των αδελφών μου. Μη δώσεις στο φτωχό ψωμί, βγαλμένο από τους στεναγμούς των άλλων φτωχών. Μοίρασε στους συνανθρώπους σου όσα με αδικίες μάζεψες και τότε θα παραδεχθώ την ευεργεσία σου. Ποιο το όφελος, αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς (με την εκμετάλλευση) κι ανακουφίζεις ένα (με την ελεημοσύνη); Αν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκογλύφων (των εκμεταλλευτών γενικά), δεν θα υπήρχε ούτε η στρατιά των πεινασμένων. Ας διαλυθούν τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα κι όλοι θα αποκτήσουμε την οικονομική μας αυτάρκεια».1

Αλήθεια:

1. Πόσο συνηθισμένο είναι, οι Άγιοι, οι Πατέρες και οι θεολόγοι της Εκκλησίας να εκφράζονται –και μάλιστα με τόσο ριζοσπαστικό τρόπο– για κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα;

2. Μήπως ασκώντας κοινωνική κριτική η θεολογία και η Εκκλησία εκτρέπονται της κυρίως πνευματικής αποστολής τους, εμπλεκόμενες σε εγκοσμιοκρατικού τύπου προβλήματα;

3. Μήπως ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας και της Θεολογίας, παραβιάζει τη διάκριση κοσμικής και θρησκευτικής σφαίρας, Καίσαρα και Θεού, που καθιερώνει η Νεωτερικότητα και η εκκοσμίκευση, αλλά και το ίδιο το Ευαγγέλιο (βλ. Ματθ. 22:21);

4. Υπό ποιες προϋποθέσεις ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας και της θεολογίας είναι δυνατόν α) να σεβαστεί τη διάκριση κοσμικής και θρησκευτικής σφαίρας, θρησκείας και πολιτικής (θεμέλιο των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών), και β) να παραμένει πιστός στο «ολιστικό» / καθολικό όραμα της εκκλησιαστικής Ορθοδοξίας (εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου και της ιστορίας, άρα και της πολιτικής);

5. Με βάση τους ανωτέρω προβληματισμούς, θα διαπιστώσουμε, ποια θα μπορούσε να ήταν η στάση της Ορθόδοξης Θεολογίας και Εκκλησίας έναντι του ανθρώπου και κατ’ επέκταση του δημόσιου χώρου, στην αντιμετώπιση της ραγδαίας εξάπλωσης της νόσου του κορονοϊού.

Ο άνθρωπος αποτελείται από δύο συστατικά, το πρώτον είναι το σώμα και το δεύτερο η ψυχή, με τα οποία έχει προικισθεί από το Θεό, για να μπορέσει να πετύχει το στόχο της υπάρξεως του, ώστε να είναι αιώνιος μετά από τον βιολογικό του θάνατο. Αυτή η σύζευξη, σώματος και ψυχής δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, διότι πολλές φορές τυχαίνει αυτά τα δύο να έρχονται σε αντίθεση και να συγκρούονται το ένα με το άλλο, παρά την επίγεια μόνιμη συνύπαρξή τους. Η βιολογική κατάσταση του ανθρώπου, επιβάλει την φροντίδα του σώματός του, όμως υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο για τον άνθρωπο-χριστιανό, ότι το δεύτερο συστατικό του, δηλαδή η ψυχή του, η οποία και εκείνη θέλει την πνευματική της φροντίδα, για να μπορέσει μετά τον θάνατο (το βιολογικό), να απολαύσει τα έσχατα την αιωνιότητα.

Τα πιστά μέλη της Εκκλησίας, τα οποία βιώνουν την ανωτέρω κατάσταση, βρίσκονται σε ένα υλιστικό κόσμο που πρέπει παράλληλα να ρυθμίζουν και να αρμονίζουν τις βιολογικές τους ανάγκες σύμφωνα με την πολιτική-κοινωνική κατάσταση. Όμως αυτό το «άθλημα» πολλές φορές είναι δύσκολο, όταν μάλιστα ο ίδιος ο πιστός καλείται να εναρμονίσει αυτές τις βιολογικές του ανάγκες και εν γένει την βιολογική του πορεία, με την πνευματική-θρησκευτική του ιδιότητα. Τα δύο αυτά πεδία έρχονται αρκετές φορές σε αντίθεση, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να ταλαιπωρείται ψυχικά, να απογοητεύεται και να μην βρίσκει μια σωστή πορεία η οποία θα τον ελευθερώνει από αυτά τα αδιέξοδα και τα κενά τα οποία τον βασανίζουν.

Έτσι, ο ρόλος της Εκκλησίας-Θεολογίας στο ζήτημα αυτό, τυγχάνει σπουδαίος και καθοριστικός, παρ` όλο ότι εξ` όψεως, τα δύο πεδία αυτά (κόσμος και ψυχή), δείχνουν αταίριαστα, στη ουσία είναι κατ` εξοχήν συναφή και το ένα φιλοξενεί το άλλο. Όμως οι Πατέρες της Εκκλησίας και μάλιστα από τους πρώτους, όπως ο Γρηγόριος Νύσσης (335-394 μ. Χ.), και άλλοι πολλοί, έχουν εκφραστεί με σαφήνεια για το θέμα αυτό, με θέση ξεκάθαρη και επίκαιρη μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του ως άνω Ιερού Πατρός, στον τελευταίο στοίχο του κειμένου του στον λόγο του: «Κατά τοκιζόντων»,2 εις το οποίο στηλιτεύει τα παράνομα συμφέροντα τα οποία, κατά κύριο λόγο έχουν να κάνουν με όλα τα προβλήματα τοπικής και παγκόσμιας εμβέλειας, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων (εν σχέση με τη θεολογία), αλλά και των νεοτέρων της σύγχρονης κοινωνίας.

1. Οι Άγιοι Πατέρες και οι θεολόγοι της Εκκλησίας με ριζοσπαστική έκφραση και τρόπο στα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα.

Από τα αρχαία χρόνια, η Εκκλησία ήτο άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική, καθώς και με θέματα τα οποία άπτονταν κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά (ορθότερο για οικονομικές αδικίες εις βάρος των πολιτών) ζητήματα, όχι μόνο στον
ελλαδικό χώρο αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν θα πρέπει να ξεφεύγει της προσοχής μας, ότι ο Ιουδαϊσμός, το Ισλάμ και ο χριστιανισμός, ονομάστηκαν «αξονικοί πολιτισμοί», (Eisenstadt, 1986), επειδή με την εμβέλεια την οποία κατόρθωσαν να έχουν, μπόρεσαν να ασκούν σε πολιτικά και κοινωνικά πολιτεύματα ως νομιμοποιητικός παράγοντας σε κάθε πράξη-νομοθέτημα. Όμως κρίνοντας το ζήτημα αυτό, θα πρέπει να είμαστε αντικειμενικοί και να καταθέσουμε στην μελέτη μας αυτή και το αντίθετο επί του προκειμένου θέματος. Δηλαδή, οι θρησκείες αλλά και η Ορθόδοξη Εκκλησία με κύριους εκφραστές τους Πατέρες της και θεολόγους, από την μετ` Αποστολική εποχή και έπειτα, δεν ήταν και λίγες οι φορές κατά τις οποίες άσκησαν δριμύτατη κριτική σε εξουσίες όπου διαπιστώθηκαν η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οικονομική εκμετάλλευση, η έλλειψη απόδοσης σωστής και δίκαιας δικαιοσύνης και άλλες τοποθετήσεις της.3

Θα ήταν σπουδαία παράλειψη, να μην αναφέρουμε για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη ότι, πρώτος ο διδάξας και υποδείξας τον δρόμο αυτό, ήταν ο ίδιος ο Χριστός.4 Πολλά τα παραδείγματα που μπορεί να μελετήσει ο ερευνητής μέσα από τα γεγονότα, τα οποία οι Άγιοι Ευαγγελισταί μας εξιστορούν και εν συνεχεία τόσο οι Απόστολοι,5 όσο και οι Αποστολικοί Πατέρες, οι οποίοι πλήρωσαν με το ίδιο τους το αίμα, αυτή την ομολογία. Ερευνητές και θεολόγοι πολλά έχουν γράψει για το θέμα αυτό, σε σχέση με την πορεία των Πατέρων της Εκκλησίας, θεμέλιο δε της ριζοσπαστικής αυτής θέσεως (από των πρώτων χρόνων), επέχει η «προς Διόγνητον επιστολή», την οποία έχουμε (τμηματικά) παρουσιάσει σε άλλα μελετήματά μας.

Εξετάζοντας την νεότερη εποχή, ως προς το θέμα δηλαδή της ριζοσπαστικής έκφρασης των Πατέρων και θεολόγων της Εκκλησίας μας (εν προκειμένω των θεολόγων, όσο αναφορά τους νεότερους χρόνους), προς το πολιτικό χώρο, μπορούμε να διακρίνουμε κάποια απομάκρυνση, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιο. Είδη ο 18ος και ο 19ος αιώνας με τα ιδεολογικά ρεύματα, θέλουν την Εκκλησία απομακρυσμένη από τα κοινά, τούτο φανερώνεται και στον νύν αιώνα μας, με την πολύ παρουσιαζόμενη έκφραση «περί διακριτών ρόλων Εκκλησίας και Πολιτείας», ξεχνώντας ότι η έννοια «Εκκλησία» σημαίνει συνάθροιση κλήρου και λαού! Αυτό, κρύβει βέβαια την απομόνωση στην οποία η Πολιτεία θέλει να θέσει την Εκκλησία διότι ο έλεγχος δεν είναι πάντα αρεστός, καθώς συμφέροντα, δυναμικές και ψεύδη κατατροπώνονται και οδηγούνται εις το κενό, με αποτέλεσμα, οι υπηρετούντες να αποκαλύπτονται και να ξεγυμνώνονται. Οι δομές της πολιτείας είναι ελλιπείς και παρ` όλο ότι η Εκκλησία, στον τομέα αυτό διαπρέπει, η Πολιτεία δεν θέλει την ανάμιξή της στα του οίκου της, όμως επειδή η σημερινή κατάσταση από της λεγομένης «μεταπολιτεύσεως» και έπειτα παρουσιάζει αστοχίες-συγκρούσεις με τον Θείο Νόμο (το Ευαγγέλιο), συχνά η Εκκλησία ως σώμα αλλά και μεμονωμένα, θεολόγοι κ. α. παρουσιάζουν τις σκέψεις τους θέλοντας να εκφράσουν την κάθε παρεκτροπή.

Η απομάκρυνση από το Ευαγγέλιο είναι ένα πρόβλημα, ειδικότερα όταν νόμοι θεσπίσματα και μάλιστα με πλειοψηφία νομιμοποιούνται, τα οποία τυγχάνουν (πολλές φορές), πέρα ως πέρα αντίθετα με τον Θείο Νόμο. Η αιτία και το αποτέλεσμα των ανωτέρω, η πνευματική ρηχότητα και το ακατήχητο, ως προς την γνώση, αλλά και την πίστη των αποτελούντων το πολιτικό σύνολο,6 αν αναλογισθούμε ότι από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, ο πολιτικός λόγος είχε καλλιέργεια Εκκλησιαστική και θεολογική, ακόμη και αν ήτο σε αντίθετη γνώμη με αυτή της Εκκλησίας. Πρέπει όμως να αναφέρουμε και το κενό της Εκκλησίας ως προς το ζήτημα του νεότερου πολιτισμού, σε σχέση με θέματα ποιμαντικά, ουσιαστικής μαρτυρίας μέσα στην σύγχρονη εποχή, για τα οποία θα πρέπει να γίνει συστηματική φροντίδα και μέριμνα.7

2. Η κοινωνική κριτική της Εκκλησίας-Θεολογίας, σε θέματα εγκοσμιοκρατικού τύπου τυγχάνουν εκτροπή της πνευματικής της αποστολής;

Είναι εμφανές ότι μέσα στην όλη δομή των κειμένων των Ιερών Ευαγγελίων, δεσπόζει ένα μήνυμα, κι αυτό είναι η εσχατολογική προοπτική του ανθρώπου,8 για τον οποίο ο Θεός ήλθε στον κόσμο από αγάπη, ώστε να του γνωρίσει αυτή την
εσχατολογική του πορεία. Όμως, ο άνθρωπος σε αυτήν την πορεία του ξεφεύγει, αστοχεί, χάνει τον προσανατολισμό του, ένεκα συγχύσεως και άλλων καθημερινών προβλημάτων, τα οποία ανά τους αιώνες προκύπτουν. Έτσι και από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης μπορεί αυτό να διαπιστωθεί, μέχρι και σήμερα, γι` αυτό η Θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο διάβα αυτών των αιώνων, παιδαγωγεί την πορεία αυτή μέσα από τα Βιβλικά της κείμενα, αλλά και μέχρι την σύγχρονη φωνή των παλαιών και νεότερων Πατέρων και σημερινών θεολόγων-επιστημόνων της.

Με γνώμονα την παλαιά Διαθήκη, μπορούμε να διακρίνουμε τις ανωτέρω σκέψεις από την κύρια μαρτυρία, η οποία δεν είναι παρά μόνο οι Προφήται και το έργο τους, σε διάφορα στάδια και ζητήματα για εκείνη την εποχή όπου ο καθ` ένας τους έζησε και έδρασε. Εκτροπές λαού, αδικίες αρχόντων προς αρχόμενους, απειθαρχείς τόσο σε σωστά νομοθετήματα αυτοκρατόρων, όσο και απειθαρχία στον Νόμο του Θεού εκ μέρους του λαού, αλλά και των αρχόντων, καθώς και ανηθικότητες (με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Προφήτου Προδρόμου, ο οποίος έλεγξε την εξουσία),9 είτε των αρχόντων είτε των αρχομένων. Έτσι, οι Προφήται έμειναν ως ζωντανά παραδείγματα και κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, για να συνεχιστεί από την Εκκλησία και τη Θεολογία ένας κανόνας, ώστε η πορεία του ανθρώπου για τα Έσχατα να βρίσκεται στην σωστή βάση της.10

Πολλοί θεολόγοι, αναλύουν κείμενα του Ευαγγελίου, τα οποία ασφαλώς και κατοχυρώνουν αυτήν την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας-Θεολογίας στο σήμερα, για θέματα τα οποία διέπονται από πνεύμα κριτικό και μαρτυρούν, ότι η Εκκλησία δεν βρίσκεται σε «ξένα κτήματα». Αυτήν την τοποθέτηση, μας την  τεκμηριώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς όταν αναφέρεται στο ότι, ο ίδιος ο Κύριος φανερώνει: «Πνεύμα Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε. Με έστειλε να φέρω εις τους πτωχούς χαρμόσυνον άγγελμα, να θεραπεύσω εκείνους που έχουν συντετριμμένην καρδιά, να κηρύξω εις αιχμαλώτους απελευθέρωσιν και εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, να ελευθερώσω εκείνους που πιέζονται, να κηρύξω το έτος της εύνοιας του κυρίου».11 Τω ανωτέρω αγιογραφικό τυγχάνει αρκετά επίκαιρο, ιδιαίτερα δε, για το ζήτημα το οποίο εξετάζουμε και έχει μέγιστη απήχηση, στην Εκκλησία του σύγχρονου ανθρώπου-πιστού.12

Έτσι, μπορούμε να ισχυρισθούμε, ότι η Εκκλησία και η θεολογία, δεν μπορεί να βρίσκονται κλισμένοι σε μια εσωστρέφεια, η οποία θα γίνει αιτία, να αποξενωθεί από τον σύγχρονο άνθρωπο. Τότε, παύει να ηγείται αυτής της σωτηριολογικής της αποστολής, δεν μπορεί να διδάσκει απλά έναν λόγο ο οποίος θα πραγματώνεται στους πιστούς ως ξύλινος και απόμακρος, αφού πια, δεν έχει παρουσία στα υπαρκτά προβλήματα του. Γι` αυτό ο λόγος αυτός (Εκκλησίας-Θεολογίας), χρειάζεται διάκριση, πνευματική ωριμότητα, χωρίς να παραβιάζει τα όρια της πνευματικής της αποστολής (όπως θα αναλύσουμε κατωτέρω), τα οποία θα διδαχθεί από τους Ιερούς Πατέρες της Εκκλησίας.

3. Ο «πολιτικός» λόγος της Εκκλησίας-Θεολογίας, στη σφαίρα της κοσμικής και θρησκευτικής διάκρισης.

Είπαμε, ότι η Εκκλησία θα πρέπει να έχει παρουσία, ιδιαιτέρα όμως (εκτός των ιερών μυστηρίων και των λειτουργικών δραστηριοτήτων της), με το λόγο της σε πλαίσιο το οποίο ερμηνεύουν ο Νόμος και οι Προφήται, το Ευαγγέλιο και οι Πατέρες-θεολόγοι της. Αυτό δεν είναι πάντοτε αναγκαίο, δηλαδή, μπορεί η δομή και η καλλιέργεια ενός κράτους, μιάς κοινωνίας, να μην απαιτούν αυτήν την παρέμβαση και τη μέριμνα της Εκκλησίας, η οποία τυγχάνει δύσκολη και επικίνδυνη αν πραγματοποιηθεί επιπόλαια και αστήρικτα. Όμως, δυστυχώς οι κοινωνίες, τα κράτη, αλλά και οι λαοί οι οποίοι απαρτίζουν, ως άνθρωποι με αδυναμίες , συχνά με τις αστοχίες τους επιτρέπουν στην Εκκλησία να χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη θεολογική της («ράβδο») Βιβλική, Πατερική και Χριστολογική Διδασκαλία, προς συμμόρφωση και πρόσκληση για επιστροφή και επαναπροσδιορισμό, προς την Ορθή και Ευαγγελική πορεία.

Βέβαια, συχνά αυτή η υπενθύμιση της Εκκλησίας-Θεολογίας, για «επαναπατρισμό» προς το «αρχαίον κάλλος» δεν επιτυγχάνεται, διότι τα βιοτικά έχουν την σωματική στόχευση, σε αντίθεση με τα πνευματικά. Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1392 μ. Χ.), υπενθυμίζει ότι, η ανθρώπινη ζωή κινείται ανάμεσα από δύο στάδια, αυτό της εγκοσμιότητας και το δεύτερο στάδιο το οποίο είναι η αιωνιότητα, δηλαδή κάτι παρόμοιο με την «Στρατευόμενη Εκκλησία» και τη «Θριαμβέβουσα», γι` αυτό, τα της πρώτης καταστάσεως ρυθμίζει η πολιτεία, τα δε του δευτέρου σταδίου, τα πνευματικά, ρυθμίζει η Εκκλησία-Θεολογία.13 Ο ένας θεσμός πρέπει να λειτουργεί κατά άριστο τρόπο, παρομοίως και ο δεύτερος όπου υπηρετεί τα πνευματικά, τα οποία τυγχάνουν ανώτερα, όμως αυτό θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την μη συσχέτιση της Εκκλησίας με την πολιτική.14 Όπως υπενθυμίζει και ο σύγχρονος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ, δηλαδή ο Χριστός έδωσε κοινή εντολή «εντολή καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους, εν τούτο γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις».15 Έτσι, ο Γέροντας υπογραμμίζει ότι «δεν επιτρέπεται καθόλου να υποβιβάζουμε το Ευαγγέλιο στο επίπεδο της αδελφοκτόνου διαιρέσεως των υλικών αγαθών[…] Μπορούμε όμως να ελέγξουμε την αδικία, ζώντας με ένταση, για να φυλάξουμε τη δικαιοσύνη προς όλους, και το κάνουμε, όταν βλέπουμε όφελος από τον λόγο μας».16

Επίσης είναι αληθές, ότι χρειάστηκε και χρειάζεται να υψωθεί λόγος ελεγκτικός (εκ μέρους της Εκκλησίας), ο οποίος όμως θα είναι διακριτικός, από άκρα και αληθινή-πηγαία αγανάκτηση διά τα κακός κείμενα, ο λόγος αυτός να είναι
στηριγμένος στην Πατερική και Ευαγγελική Διδασκαλία.17 Άλλωστε, το Ευαγγέλιο πλούσιο σε κοινωνική διδασκαλία, δίδει το δικαίωμα (το σώφρον δικαίωμα), για τον σκοπό αυτό και συγκεκομμένα η Διδασκαλία του Χριστού στην επί του Όρους Ομιλία Του.18 Αυτή η διδασκαλία, ίσως είναι η πλέον αρμόζουσα για τω ανωτέρω θέμα, η οποία μάλιστα, αφενός δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκτροπή λόγου της Εκκλησίας, αφ` ετέρου στηλιτεύει με παρρησία κάθε κοινωνική και πολιτική παρεκτροπή.19

Ακόμη, θα πρέπει να τονιστεί ότι στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή του «πολιτικού» λόγου της Εκκλησίας-θεολογίας, σπουδαίο και καθοριστικό ρόλο έχει να κάνει ή έννοια και η οντότητα του όρου: «πλησίον» σε σχέση και με τον Λόγο του Ευαγγελίου. Δηλαδή, δίδεται η επαναστατική ευκαιρία στην Εκκλησία, να τονίσει χάριν της ανιδιοτελούς αγάπης προς τον πλησίον, να μιλήσει με την παρουσία της ζωντανά, ξεκάθαρα στο κεφάλαιο αυτό το οποίο είναι και η σπονδυλική στήλη της, όσον αφορά αυτόν τον λόγο της. Τούτο θα γίνονταν πιο σαφές και θα έδινε την δυνατότητα στην Εκκλησία να μην «παρεξηγείται» αν δεν εγκαταλείπονταν η «Ιωάννεια» Θεολογία, με το κήρυγμα της περί της Βασιλείας των Ουρανών, τα Έσχατα. Έτσι, θα διευκρινίζονταν με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι ο λόγος της (Εκκλησίας), δεν έχει δόλο ή κάποια άλλη επιδίωξη.

4. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας-Θεολογίας στην κοσμική και θρησκευτική σφαίρα και η σταθερότητά του, στο καθολικό όραμα της Ορθοδοξίας.

Η ζωή και το έργο της Εκκλησίας δεν είναι ένα έργο απόκοσμο, αλλά εγκόσμιο και ουσιαστικό, διότι στοχεύει αφ` ενός μεν στην επίγεια εν Χριστώ ζωή, αφετέρου δε, στην επουράνια και αιώνια, που όμως, όπως προαναφέραμε είναι δύσκολη η αποστολή της ως «συντονιστής» η Εκκλησία, σε αυτό το διπλό άθλημα της. Γι` αυτό, «…η αποτυχία στην πρόσδοση νοήματος και σκοπού ζωής, όπου εκ των πραγμάτων οδηγεί μια τέτοια προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας, καταλήγει στον ευτελισμό των αρχών και των αξιών που προβάλλονται και καλλιεργεί τον αμοραλισμό και την αναρχία. Έτσι γίνεται προφανής η σπουδαιότητα της Εκκλησίας για τον περιορισμό της πολιτικής εξουσίας στις αρμοδιότητες της».20 Αυτό όμως δεν είναι και δόγμα, διότι μελετώντας την νεότερη ιστορία, μπορεί ο ερευνητής να διαπιστώσει και το αντίστροφο, δηλαδή, η πολιτεία να ανακαλύπτει προβλήματα όπως σε φιλανθρωπικούς Συλλόγους, όπου και χρίζεται ή να τους καταργήσει, ή ακόμη και να τιμωρήσει για κανονικά αδικήματα.21

Ο Λόγος της Εκκλησίας-Θεολογίας καθημερινώς απ` αρχής του Χριστιανισμού μέχρι της σήμερον κρίνεται, ευχής έργον βέβαια θα ήτο, η κρίση αυτή να είναι όντος δίκαια από μέρους της κοινωνίας, για το πνευματικό και κοινωνικό έργο. Και αυτό η Εκκλησία το κατορθώνει, διότι το θεμέλιο αυτού του έργου δεν βασίζεται σε κάποιον ανθρώπινο καταστατικό ή άλλον οδηγό, παρά μόνον στον αιώνιο Νόμο και τη Διδασκαλία του Ευαγγελίου, γι` αυτό άλλωστε και έχει την ανάλογη-σωστή επιτυχία. Όμως για την Εκκλησία, υπάρχει και ένας άλλος υπέρτατος (Θείος) Νόμος, που ονομάζεται όπως ανωτέρω αναφέραμε «συνάνθρωπος», ο οποίος δίδει τη δυνατότητα στην Εκκλησία να διακονεί το πρόσταγμα του Χριστού, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» δηλαδή, με αυτήν την διακονία προς τον συνάνθρωπο, ολοκληρώνεται, ενισχύεται και γίνεται ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας βράχος ηθικός, χωρίς κανένα ψεγάδι ηθικό.22

Με την ανωτέρω τοποθέτησή μας, ίσως κάποιος δεν συμφωνεί, γι` αυτό θα καταθέσουμε το ακόλουθο ιστορικό στοιχείο, ότι δηλαδή, οι μαθηταί του Χριστού αγωνίσθηκαν να μεταλαμπαδεύσουν το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Οικουμένης. Γι` αυτό και «οι πρώτοι χριστιανοί ανέλαβαν και πολιτικές δραστηριότητες του εκλεκτού λαού του Θεού. Θεώρησαν την κοινότατά τους ως «βασίλειον Ιεράτευμα»[…] η καλύτερη οδός για να προσεγγίσει και να εκφράσει κανείς μια άποψη για[…] πολιτική, από μια κατεξοχήν Ορθόδοξη προοπτική, είναι η ευχαριστιακή θεολογία υπό την ευρεία της έννοια». 23 Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε, ότι η Εκκλησία, είναι στενά συνδεδεμένη με την κοσμική-πολιτική σφαίρα, όχι για κάποιον άλλον λόγο, παρά μόνον για την αλληλο-συνεργασία αυτής της πορείας του ανθρώπου, για την «γη της επαγγελίας», δηλαδή τα Έσχατα, των οποίων ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας, τον ανωτέρω σκοπό υπηρετεί, όταν τον χρησιμοποιεί. Αν αυτό πραγματοποιείται για κάποιον άλλον σκοπό, τότε εκτροχιάζεται από τον πραγματικό της σκοπό και στόχο, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει.

5. Η Στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας-Θεολογίας έναντι του ανθρώπου και των σύγχρονων προβλημάτων του (π. χ. κορονοϊός).

Σημαντικό τυγχάνει το γεγονός, ότι η Εκκλησία και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς τους οποίους καλείται ο πιστός-άνθρωπος να διανύσει, η Εκκλησία συνεχίζει το έργο της ως έργο Ιεραποστολής. Αυτή η Ιεραποστολή της τώρα, είναι αναγκαία να πραγματοποιηθεί μέσα στα ίδια της τα σπλάχνα, αφού οι καιροί και τα προβλήματα, το απαιτούν πιο πολύ από ποτέ άλλοτε. Μια μαρτυρία, η οποία θα πρέπει να εκδηλώνεται από αγάπη θυσιαστική και ζήλο για φροντίδα προς τον συνάνθρωπο, για τα οποία θα τροφοδοτείται και θα παίρνει δύναμη για να συνεχίσει αυτό το Ιεραποστολικό της έργο, από την βιωματική-Ευχαριστιακή και εμπειρική της ταυτότητα, διακονώντας τον σύγχρονο άνθρωπο.24

Από τα ανωτέρω συμπεραίνουμε ότι, η Εκκλησία-Θεολογία δεν θα πρέπει να καθησυχάζει μόνον στο μήνυμα περί προορισμού του ανθρώπου για την Βασιλεία των Ουρανών, όσο αυτό κι αν ακούγεται αντιθεολογικό και αντιεκκλησιολογικό. Και
τούτο, διότι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν προβλήματα καθημερινά, υπαρκτά, τα οποία απαιτούν «εδώ και τώρα» λύσεις, λύσεις οι οποίες μερικές φορές μπορεί και να διχάζουν, όπως για παράδειγμα, η πρόκληση για την πρόσφατη παγκόσμια πανδημία του ιού του «κορονοϊού». Μην ξεχνούμε άλλωστε και την επιτίμηση του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, για τω ανωτέρω ζήτημα, την οποία έκανε εις του Θεσσαλονικείς όταν εκείνοι έμειναν άπραγοι και απαθείς, περιμένοντας τα Έσχατα. Όπως επίσης χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα των Αποστολικών Πατέρων, οι οποίοι σιγάσιγά «εγκατέλειψαν» την συστηματική τους Διδασκαλία (δηλαδή, την «Ιωάννεια» Διδασκαλία περί Εσχάτων), όταν οι χριστιανικές κοινότητες βρέθηκαν αντιμετωπίζουν βιοτικά-καθημερινά προβλήματα.25

Ο χριστιανικός εγωισμός, συνήθως φέρνει παράλληλα και τον θρησκευτικό φανατισμό, δηλαδή τα άκρα, πράγμα επικίνδυνο, τα οποία οδηγούν σε λάθος δρόμο από την χριστιανική Διδασκαλία και η Εκκλησία δεν έχει ουδεμία σχέση με τέτοιες θλιβερές έξω χριστιανικές καταστάσεις. Σήμερα η Εκκλησία προτείνει στους πιστούς, να δοκιμάσουν εμπειρικά έναν άλλον τρόπο προσέγγισης προς το Θείο (προσωρινό μεν, αλλά με καρπούς μελλοντικούς), κάτω από την πρωτόγνωρη απειλή του ιού του «κορονοϊού», ας ακούσουμε με ταπείνωση αυτή τη φωνή, ίσως ωφελήσει αυτή η υπακοή και αναδείξει άλλες αρετές που δεν θα μπορούσαμε να τις φανταστούμε, εν καιρώ ησυχίας και καθημερινότητας. Ίσως καταστάσεις που ακούσαμε, αλλά δεν ζήσαμε και δεν αποκτήσαμε εμπειρία, να μας κάνουν κοινωνούς, «ευκαιρία» λοιπόν, για έναν πνευματικό, εμπειρικό, μυστικό αγώνα, μέσω της ατομικής προσευχής και της ενώσεως μας με το Θεό δι` αυτής.

Ακόμη, ας σκεφτεί ο πιστός, ότι με την δικαιωματική του προσέλευση (δηλαδή, το κεκτημένο του) στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ίσως να έχει ξεχάσει, αυτό το οποίο ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο εξεταζόμενο κείμενό του τονίζει. Δηλαδή, μήπως αδίκησε αδελφό, μήπως εκμεταλλεύτηκε τον συνάνθρωπό του, έτσι τώρα, δίδεται εν μέσω της πανδημίας, η ευκαιρία για αυτό έλεγχο και πνευματική κάθαρση, ίσως αυτό να αρέσει πιο καλύτερα στον Εσταυρωμένο Χριστό, ανυπόκριτο, κρυφό, απ` ότι το σύνηθες και καθορισμένο. Δίδεται λοιπόν η ευκαιρία, με τον τρόπο αυτόν να αποκαλυφθεί μια καλοφτιαγμένη και εξωραϊσμένη κοινωνία, η οποία καλείται να καλλιεργήσει και να ασχοληθεί με «το έσωθεν του ποτηρίου».

Ως καταληκτικές σκέψεις της λακωνικής μελέτης αυτής, θα καταθέσουμε το ακόλουθο:

Υποστηρίζουμε ότι, ο πολιτικός λόγος της σημερινής Εκκλησίας-Θεολογίας, είναι Ευαγγελικός, αφού καλεί τους πιστούς-την κοινωνία σε ταπείνωση και αυτό έλεγχο, διά της ατομικής προσευχής (έστω και υπό την επιβολή της Πολιτείας όπως κάποιοι «ζηλωταί», θελήσουν να υποστηρίξουν). Αν η Εκκλησία απομακρυνθεί από την σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της, τότε ο Λόγος της ο θεολογικός είναι ξύλινος. Ο Χριστός θέλει ο Λόγος Του να είναι και είναι σύγχρονος, όχι με την έννοια την «κοσμική», αλλά να ακούγεται και να διαχέεται σε όλες τις γενναίες οι οποίες θα έρχονται και θα πορεύονται στην ιστορία, για τη Δευτέρα Παρουσία.


1 Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος κατά τοκιζόντων, PG 46, 437, μτφρ. Γ. Δ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και Πλούτος. Το πρόβλημα της κατανομής και της χρήσεως των βιοτικών αγαθών υπό το φως της Αγίας Γραφής και της Εκκλησιαστικής παραδόσεως των τεσσάρων πρώτων αιώνων, Αθήνα, εκδ. «Χριστιανική Δημοκρατία», 1970, σσ. 283-285. Πρβλ. μία ανάλογη επιχειρηματολογία στον Λόγο κατά τοκιζόντων του Νικολάου Καβάσιλα, PG 150, 728-749.

2 Γρηγορίου Νύσσης. Λόγος κατά τοκιζόντων, P G. 46, 437, (μτφρ.) Γ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος το πρόβλημα της κατανομής και της χρήσεως των βιοτικών αγαθών υπό το φώς της Αγίας Γραφής και της Εκκλησιαστικής παραδόσεως των τεσσάρων πρώτων αιώνων, (Αθήνα: Εκδόσεις «Χριστιανική Δημοκρατία», 1970), σελ. 283-285.

3 Νικ. Κοκοσαλάκης. Ορθοδοξία και Πολιτική. Η Ορθοδοξία ως πολιτικό επίτευγμα και προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, (Πάτρα: Εκδόσεις Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου 2002), Τόμ. 2ος, σελ. 168-169.

4 «…μη φονεύσεις, μη κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις,… όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς…». Λκ. 18. 20, 22.

5 «Προ του δε ελθείν την πίστιν υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν αποκαλυφθήναι ώστε ο νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν». Γαλ. 3. 23, 24. «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα, οι δε βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίες πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν, ρίζα γαρ πάντων των κακών έστι η φιλαργυρία…». Α΄ Τιμ. 6. 8, 10. «ου δύνασθαι Θεώ δουλεύειν και μαμωνά». Λκ. 16. 13.
«απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Μθ, 22. 22

6 «Η αποφυγή της πολιτικής εξουσίας από τους αξίους αφήνει την διαχείρισή της στους φαύλους. Και όταν οι φαύλοι δεν είναι μόνο μεμονωμένα πρόσωπα αλλά και ευρύτερα κυκλώματα ή όργανα σκοτεινών δυνάμεων, που συνήθως υπερβαίνουν τα όρια των εθνικών κρατών και ενεργούν ανεξέλεγκτα, το πρόβλημα γίνεται οξύτερο. Ιδιαίτερα στην εποχή μας η εμπειρία αυτή έγινε πολύ οδυνηρή. Από την άλλη πλευρά η ανάμιξη των αξίων στην πολιτική με την σημερινή απαξίωση τας γίνεται προβληματική, ενώ η σύσταση χριστιανικών κομμάτων ή πολύ περισσότερο η σύνδεση της Εκκλησίας με πολιτικούς σχηματισμούς δεν μπορεί θεολογικά να δικαιολογηθεί». Γεωργ. Μαντζαρίδης. «Εκκλησία και Πολιτική», Θεολογία, (2015), Τόμ. 80. 1, σελ. 4-53.

7 «…καθώς και η συστηματική μελέτη και συζήτηση-για πρώτη μάλλον φορά στον ορθόδοξο κόσμοτης σχέσης Ορθοδοξίας και νεωτερικότητας, Ορθοδοξίας και νεωτερικού πολιτισμού. Η πολυπρισματική και πολυφωνική μελέτη και σπουδή αυτού του θέματος ανέδειξε την –για ιστορικούς λόγους ουσιαστική απουσία της Ορθοδοξίας από τη διαμόρφωση του μοντέρνου κόσμου και την ιστορική εκκρεμότητα, αν όχι και αντιδικία, που συντηρείται μεταξύ Ορθοδοξίας και νεωτερικότητας, και που έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία επικοινωνίας …». Παντ. Καλαϊντζιδης. Ορθοδοξία και Πολιτική Θεολογία. Βιβλική Θεολογία της Απελευθέρωσης, Πατερική Θεολογία και Αμφισημίες της νεωτερικότητας, σε Ορθόδοξη και Οικουμενική Προοπτική, (Αθήνα: Εκδόσεις Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών «ΙΔΙΚΤΟΣ», 2011), σελ. 9.

8 Για περισσότερη μελέτη των ανωτέρω παραπέμπουμε εις τα ακόλουθα αγιογραφικά εδάφια: Μθ. 24. 3, 44. Μκ 13. 3, 36. Λκ. 17. 20, 37 και 21. 7, 36. Καθώς και εις την Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννου: 21. 1, 7. Επίσης και στον Απόστολο των Εθνών Παύλο προς Εβραίους Επιστολή: 13. 14.

9 «έλεγε γαρ ο Ιωάννης τω Ηρώδη ότι ούκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου, […] ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον, και συνετήρει αυτόν, και ακούσας αυτού πολλά εποίει…». Μκ. 6. 18, 21.

10 «Έτσι ο Μωσαϊκός νόμος είχε και ηθική πολιτική ισχύ για τους άρχοντες και το λαό του Ισραήλ. Η Π. Δ. γενικά καθιερώνει το πνεύμα της ισότητας και αδελφότητας του ισραηλιτικού λαού και καθιστά υπακοή στον Θεό […] και τη δικαιοσύνη του απώτατες αξίες. […] οι Προφήτες εμφανίζονται όταν οι άρχοντες και ο λαός παρουσιάζουν αποκλίσεις από το νόμο ή αποστατούν και παρακούουν τις εντολές του Θεού. Οι Προφήτες δεν ήταν πολιτικά πρόσωπα, ήταν όμως αυστηροί κριτές της συμπεριφοράς των πολιτικών προσώπων. Ιδιαίτερα ο Αμώς, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ωσηέ και ο Μιχαίας…». Πρ. βλ. Νικ. Κοκοσαλάκης. Ορθοδοξία και Πολιτική. Η Ορθοδοξία ως πολιτικό επίτευγμα και προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, Τόμ. 2ος, σελ. 173.

11 Λκ. 4. 18, 19.

12 «Είναι το χωρίο το οποίο, από τη δεκαετία του 1970, έχει γίνει αφετηριακό σημείο της σύγχρονης θεολογίας της απελευθέρωσης, του ρεύματος, δηλαδή, το οποίο, ξεκινώντας από τη Λατινική Αμερική εξαπλώθηκε παγκόσμια και όρισε ως ευαγγελικό καθήκον και ως αποστολή της Εκκλησίας την καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση». Θαν. Παπαθανασίου. Προοπτικές της Πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης, (Αθήνα: Εκδόσεις «ΙΝΔΙΚΤΟΣ», 20011), σελ. 143-144.

13 Νικόλαος Καβάσιλας. Λόγος Κατά τοκιζόντων, PG 150, 745 ΑΒ.

14 «Ο Χριστιανισμός δεν περιφρονεί την πολιτική, αλλά και δεν μπορεί να σχηματιστεί με αυτήν. Η τοποθέτησή του απέναντι στην πολιτική ορίζεται και από τον χώρο που αναγνωρίζει σε αυτήν: «Τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Η αρχή αυτή έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα όχι μόνο για την θρησκευτική αλλά και για την πολιτική ζωή. Η παρουσία της Εκκλησίας έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την πολιτική ζωή, γιατί εμποδίζει το κράτος να παραβιάζει την αρχή της εκκοσμικεύσεώς του και να γίνεται ολοκληρωτικό. Αυτό βέβαια απαιτεί αντίστοιχα και από την Εκκλησία να μην παραβιάζει την δική της αρχή και να καθίσταται πολιτική εξουσία». Πρ. βλ. Γεωργ. Μαντζαρίδης. «Εκκλησία και Πολιτική», Θεολογία, σελ. 47-48.

15 Ιωάνν. 13. 34, 36.

16 Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, (Αγγλία: Έσσεξ 2011), σελ. 235.
17 «Η εκφορά του λόγου αυτού υπαγορεύεται από την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ιδιαιτέρα μέσα στη σύγχρονη διγλωσσία και υποκρισία ο εκκλησιαστικός λόγος για πολιτικά πράγματα πρέπει να αρθρώνεται με καθαρότητα και παρρησία. Χωρίς να λησμονείται καθόλου ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας, χωρίς να παραθεωρείται η εσχατολογική της προοπτική, χρειάζεται να προσφέρεται η μαρτυρία της στην καθημερινή πραγματικότητα». Πρ. βλ. Γεωργ. Μαντζαρίδης. «Εκκλησία και Πολιτική», Θεολογία, σελ. 49.

18 Παραπέμπουμε στα ακόλουθα εδάφια: Μθ. 5. 1, 7. Λκ. 6. 20,49. Μακαρισμοί.

19 «Ίσως να μην υπάρχει κλασικότερη κειμενική αναφορά για την υπόμνηση της κοινωνικής διδασκαλίας του Ευαγγελίου από την επί του Όρους Ομιλία. Παντ. Καλαϊτζίδης. Ευαγγελικό ήθος και πολιτικές χρέους στη μετά-χριστιανική Ευρώπη, (Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ», τ. χ. 129ο, 2014), σελ. 42.

20 Πρ. βλ. Γεωργ. Μαντζαρίδης. «Εκκλησία και Πολιτική», Θεολογία, σελ. 49.

21 Μπορεί ο ερευνητής στο βιβλίο της καθηγήτριας κ. Σπυριδούλας Αθανασοπούλου-Κυπρίου, να μελετήσει αρκετά τέτοια αναφερόμενα στοιχεία. Σπυρ. Αθανασοπούλου-Κυπρίου. Στο Όριο. ΄Εμφυλα κείμενα θεολογικής παρουσίας, ιστορίας, κρίσης και ελπίδας, (Αθήνα: Εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ», 2016), σελ. 128.

22 «…το ηθικό βάθος μιας κοινωνίας μπορεί να εκτιμηθεί από τον τρόπο τον οποίο αντιμετωπίζει τις ευάλωτες ομάδες της […]Μέσα στο πλαίσιο της θεολογικής σκέψης, στην οποία ο κόσμος αναγνωρίζεται ως κτίση, οι άνδρες και οι γυναίκες πρέπει να έχουν επίγνωση της ανθρώπινης αδυναμίας,[..]των άλλων και του εαυτού τους […] ο θεολογικός λόγος μπορεί να συμβάλει στο όραμα της αλλαγής, γιατί η πίστη μπορεί να υποστηρίξει την ιδέα ενός καλύτερου κόσμου. […] Ο θεολογικός λόγος μπορεί να προσφέρει την έννοια της πίστης». Όπ. Ανωτ. σελ. 136-138.

23 Πέτρ. Βασιλειάδης. Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Πολιτική, (Αθήνα: Εκδόσεις «Παπαζήση», 2007), σελ. 4.

24 «Η θεολογική τεκμηρίωση της συμπεριφοράς των Ορθοδόξων […] πηγάζει από την διπλή θεμελιώδη ιεραποστολική θεώρηση του Ορθοδόξου χριστιανισμού για τη θεότητα: α) αυτή καθαυτή η υπόσταση της θεότητας είναι ζωή κοινωνίας και β) η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπότητα, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ` αυτή την κοινωνία με την ίδια την ύπαρξη του Θεού». Οπ. Ανωτ. σελ. 15.

25 «Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε τους ανθρώπους να πιστέψουν στο εσχατολογικό όραμα της Εκκλησίας, δηλαδή στη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου όπου υπάρχει δικαιοσύνη και ειρήνη, ανδεν δημιουργήσουμε πρώτα ένα ασφαλές περιβάλλον για τη ζωή τους». Πρ. βλ. Αθανασοπούλου-Κυπρίου. Στο Όριο. ΄Εμφυλα κείμενα θεολογικής παρουσίας, ιστορίας, κρίσης και ελπίδας, σελ. 132.

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γρηγορίου, Νύσσης. «Λόγος κατά τοκιζόντων», PG 46, 437, μτφρ. Γ. Δ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και Πλούτος. Το πρόβλημα της κατανομής και της χρήσεως των βιοτικών αγαθών υπό το φως της Αγίας Γραφής και της Εκκλησιαστικής παραδόσεως των τεσσάρων πρώτων αιώνων, (Αθήνα: εκδόσεις «Χριστιανική Δημοκρατία», 1970).

Νικόλαος, Καβάσιλας. «Λόγος Κατά τοκιζόντων», PG 150, 745 ΑΒ.

Σαχάρωφ, Σωφρόνιος. «Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, (Αγγλία: Έσσεξ 2011).

Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Σπυριδούλα. «Στο Όριο. ΄Εμφυλα κείμενα θεολογικής παρουσίας, ιστορίας, κρίσης και ελπίδας», (Αθήνα: Εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ», 2016).

Βασιλειάδης, Πέτρος. «Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Πολιτική», (Αθήνα: Εκδόσεις «Παπαζήση», 2007).

Καλαϊντζιδης, Παντελής. «Ορθοδοξία και Πολιτική Θεολογία. Βιβλική Θεολογία της Απελευθέρωσης, Πατερική Θεολογία και Αμφισημίες της νεωτερικότητας, σε Ορθόδοξη και Οικουμενική Προοπτική», (Αθήνα: Εκδόσεις Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών «ΙΔΙΚΤΟΣ», 2011). «Ευαγγελικό ήθος και πολιτικές χρέους στη μετά-χριστιανική Ευρώπη», τ. χ.
129ο (Αθήνα: Εκδόσεις Περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ», 2014).

Κοκοσαλάκης, Νικόλαος. «Ορθοδοξία και Πολιτική. Η Ορθοδοξία ως πολιτικό επίτευγμα και προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου», Τόμ. 2ος (Πάτρα: Εκδόσεις Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου 2002).

Μαντζαρίδης, Γεώργιος. «Εκκλησία και Πολιτική», Θεολογία», Τομ. 80. 1 (2015),

Παπαθανασίου, Θανάσης. «Προοπτικές της Πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης, (Αθήνα: Εκδόσεις «ΙΝΔΙΚΤΟΣ», 2011).




Μοιραστείτε το άρθρο...
Ετικέτες: # # #

Newsroom

Σκοπός μας είναι η προβολή και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς, του περιβαλλοντικού πλούτου καθώς και της πολιτιστικής και πολιτισμικής παράδοσής μας. Στόχος μας είναι η ενημέρωση των επισκεπτών και η έμπρακτη συμβολή ούτως ώστε ο νομός Αιτωλοακαρνανίας να γίνει ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός.
iAitoloakarnania

Φανταστικά τοπία, σπουδαία ιστορία, υπέροχοι άνθρωποι!