Loading...

Δημήτρης Τζουβάλης: «Ο καλλιτέχνης οφείλει να σταματήσει το όχημα της κοινωνίας που πάει κατά γκρεμού»


Μοιραστείτε το άρθρο...

Ο συγγραφέας του νέου βιβλίου “Ποιος σκότωσε τον Θεό του Έρωτα;” με καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία μιλά στο iAitoloakarnania.gr

Συνέντευξη στον Θανάση Μπίκα
Ημ/νία δημοσίευσης: 27.09.2017

Από την αρχή της συνέντευξης θα διαπιστώσετε ότι πρόκειται για μια καθηλωτική συζήτηση, αφού ο Δημήτρης Τζουβάλης θα σας “απορροφήσει” με τον λόγο του και τις μοναδικές εξιστορήσεις του. Μέσα από κάμποσες χιλιάδες λέξεις, στο μέτρο του εφικτού, αποτυπώνεται η αυθεντία ενός ανθρώπου και το έργο του, αλλά και ξετυλίγεται η εφηβεία του στην Αιτωλοακαρνανία, η φοιτητική ζωή στη Σουηδία, οι προκλήσεις, και άλλα πολλά καλούδια.

Στο μέτρο του εφικτού, διότι πρόκειται για έναν πολυδιάστατο και πολυτάλαντο άνθρωπο που μπορεί να σου μιλά με εξονυχιστικό τρόπο για γεγονότα που εκτυλίχθηκαν πριν δεκαετίες. Και δη για μια καλλιτεχνική φύση που εκτός από την συγγραφή, γράφει ποιήματα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έχει σπουδάσει κεραμική και ασχολείται με το θέατρο και την στιχουργία. 

Ο Δημήτριος Τζουβάλης γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου τον Μάρτιο του 1946 και ακολούθησε η δημοτική εκπαίδευση στην Κατούνα Ξηρομέρου, στην Αμφιλοχία και στον Αστακό. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Αστακού και Γυμνάσιο Αρρένων Αγρινίου. Την περίοδο 1967-1970 σπούδασε καλλιτεχνική κεραμική στην Αθήνα και στη συνέχεια σπούδασε μαθηματικά, πληροφορική και ρομποτική στην Ουψάλα Σουηδίας.

Η αγάπη για την τέχνη είχε ήδη εκδηλωθεί από τα φοιτητικά χρόνια και συγκεκριμένα από το 1970 εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό “Σύνθεση”. Ακόμη κι αργότερα όταν επέστρεψε από την Σουηδία, η αγάπη για την τέχνη και η δημιουργική πένα επικράτησε της πληροφορικής και των βραχιόνων. Εν ολίγοις, από το 1985 ασχολήθηκε με το ερασιτεχνικό θέατρο, συμμετείχε ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στην θεατρική ομάδα του σωματείου των εργαζομένων στο Αλουμίνιο της Ελλάδος, ενώ το 1989 ίδρυσε μαζί με τους λογοτέχνες Αρσινόη Σερμιντζέλη, Αργύρη Λιόλιο και Δημήτρη Φαφούτη το περιοδικό “Εμβόλιμον”. Το 2012, ίδρυσε με άλλα 30 ιδρυτικά μέλη τον σύλλογο “Αλλοτροπία”, στην Αντίκυρα Βοιωτίας.

Μάλιστα, με την Αρσινόη Σερμιντζέλη έζησαν μαζί στην Ουψάλα, εργάστηκαν στη Πεσινέ και παντρεύτηκαν φέρνοντας στον κόσμο δυο παιδιά. Η Αρσινόη Σερμιντζέλη είχε εξίσου καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία, καθώς γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1950 στο Αγγελόκαστρο και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2007 σε ηλικία 57 ετών. 

Παρεμπιπτόντως, συνυπογράφει το νέο βιβλίο “Ποιος σκότωσε τον Θεό του Έρωτα;” (κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), αφού από κοινού με τον συγγραφέα Δημήτρη Τζουβάλη πραγματοποίησαν 700 συνεντεύξεις, που πάρθηκαν από απλούς εργάτες της εταιρείας, μέχρι τον πρόεδρό της προκειμένου να ρίξουν φως στον υποτιθέμενο φόνο που εκτυλίχθηκε στη Πεσινέ στην Βοιωτία, την μεγαλύτερη επένδυση που έγινε Μεταπολεμικά στην Ελλάδα.

Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις της μεγαλύτερης αναπτυξιακής επένδυσης στην μεταπολεμική Ελλάδα, συντελούν σ’ ένα μοναδικό μυθιστόρημα. Η δομή, ο τρόπος γραφής, η γλώσσα και η αγωνία ως το τέλος, θα σας καθηλώσουν.

Προς το παρόν… προσδεθείτε διότι θα σας καθηλώσει ο συγγραφέας Δημήτρης Τζουβάλης που σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη μιλά για τα παιδικά χρόνια στα μέρη της Αιτωλοακαρνανίας, για την εμπειρία του στην Σουηδία, το νέο βιβλίο, την Πεσινέ, τον κόσμο της τέχνης.

Πάντα με την ευχέρεια του λόγου και τις γλαφυρές περιγραφές του… 

Πως ήταν τα παιδικά χρόνια σας στα μέρη της Αιτωλοακαρνανίας όπου ζήσατε;

«Τότε ήταν δύσκολα τα χρόνια, ανήμεροι οι άνθρωποι, πεινασμένες οι κοινωνίες. Τα παιδιά αφημένα στην τύχη των γονιών τους, που όσο κι αν προσπαθούσαν, δεν κατάφερναν να χορτάσουν τις παντοειδείς πείνες τους.

Το Ζαπάντι, (Μεγάλη Χώρα), το χωριό της γιαγιάς μου κοντά στο Αγρίνιο, φάνταζε πιο ήρεμο με τους καμπίσιους ανθρώπους του. Ίσως το έβλεπα έτσι γιατί ήταν το χωριό της γιαγιάς μου. Αργότερα αντιλήφθηκα τα ηφαίστεια των ψυχών και τις εκρήξεις των παθών που κρύβουν οι κάμποι.

Το Ξηρόμερο είχε τραχείς ανθρώπους. Ακόμη κι εμείς τα παιδιά, άγρια ήμασταν. Το πιο αθώο παιχνίδι μας, ήταν ο πετροπόλεμος. Οι μανάδες μας, είχαν συνηθίσει, πως συχνά θα επιστρέφαμε σπίτι με σπασμένο το κεφάλι. Και κρατάγαμε λογαριασμό, ποτέ ένα τραύμα δεν έμενε ανεκδίκητο…

Ήμασταν παιδιά της παντοειδούς στέρησης, δεν υπήρχε η σημερινή ευμάρεια. Το πενηντάλεπτο, η μισή δραχμή, ήταν δυσεύρετο, και σπάνια μας μετρούσε στους κατόχους του. Με ένα ξεροκόμματο ψωμί από το σπίτι πηγαίναμε σχολείο…

Η Αμφιλοχία και ο Αστακός, είχαν την ευλογία της θάλασσας. Η θάλασσα ημερεύει τον άνθρωπο, αλλά η ανέχεια φροντίζει να φρενάρει την αλλαγή και να εξισορροπεί τα πράγματα. Θαύμα μεγάλο τα μπάνια του καλοκαιριού. Θαύμα και τα ίδια τα καλοκαίρια που ήταν πολύ μακριά και οι μέρες τους πολύ μεγάλες. Κυκλοφορούσαμε ξυπόλητοι με ένα μαύρο σώβρακο ξεθωριασμένο. Ζούσαμε και τρώγαμε από την θάλασσα. Βγάζαμε πεταλίδες, γαρίδες, αχινούς, καβούρια, και τα τρώγαμε ωμά. Για πολλά παιδιά, ήταν το μεσημεριανό τους. Ήμασταν “μαγκιώροι” ψαράδες.

Ξέρεις όσο μεγαλώνουμε τα καλοκαίρια έρχονται και φεύγουν πολύ γρήγορα…

Το Αγρίνιο, ήταν η πόλη που μας άνδρωσε, χωρίς να ζητήσει ανταμοιβή την παιδικότητά μας”.

Γιώργος Φραίμης, Σπύρος Ιωαννίδης, Δημήτρης Τζουβάλης, Μπαμπούρης
Αστακός, 23 Ιουλίου 1958

Δύσκολα αλλά ρομαντικά χρόνια;

«Ρομαντικά όταν τα σκέφτεσαι τώρα. Τότε μας πλήγωναν. Μόνο η δύναμη του ανθρώπου, να βγάζει τ’ αγκάθια των αναμνήσεων, τα κάνει να φαντάζουν ρομαντικά. Και οι παρέες με τη συντροφικότητά τους, οι φίλοι με την αλληλεγγύη, οι άνθρωποι με τις ιδιαιτερότητές τους, γεμίζουν με ρομαντισμό τα περασμένα.  

Η αγωνία και η δράση βάζανε χρώματα ανεξίτηλα στις μέρες μας. Φτιάχναμε ομάδες στο σχολείο και “μαλώναμε”. Χωριζόμαστε σε “αριστοκράτες” αυτόχθονες, και σε “βλάχους”, από τα γύρω χωριά. Στίβος, των υπέρ βωμών και εστιών αγώνων μας, οι αλάνες. Μπάλα από το πρωί μέχρι το βράδυ, που σταματούσαν άδοξα, όταν ο ιδιοκτήτης της μπάλας, ειδικά όταν η ομάδα του έχανε, την έπαιρνε και έφευγε. Οι έχοντες και κατέχοντες, βάζουν πάντα τους κανόνες του παιχνιδιού. Και τότε, και τώρα, και πάντοτε.

Ναι, ρομαντικά χρόνια!».

Σας άρεσε το ποδόσφαιρο;

«Το ποδόσφαιρο είναι ένας αναίμακτος πόλεμος. Απέναντί σου έχεις την αντίπαλη ομάδα, την αντίπαλη πόλη, την αντίπαλη χώρα, τους άλλους εν γένει. Στις κερκίδες, οι δικοί σου και οι άλλοι, χαίρονται, κλαίνε, υποστηρίζουν. Ο πόλεμος, γεννιέται μαζί με τον άνθρωπο. 

Ναι, μου αρέσει το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Ήταν άλλωστε μια δωρεάν επιλογή για άθληση και εκτόνωση. Έπαιξα για λίγο τερματοφύλακας στον “Ακαρνάνα”, δεύτερη ομάδα του Αγρινίου της τότε εποχής.

Πήγαμε να παίξουμε στο Μεσολόγγι και μας δείρανε. Θύμωσαν, όταν αντιμετωπίζοντας έναν οδοστρωτήρα που άκουγε στο όνομα Κωστάρας, και έπαιρνε παραμάζωμα, ατιμωρητί, όποιον έβρισκε μπροστά του, αναγκάστηκα να τον αδρανοποιήσω σωριάζοντάς τον κάτω. Είμαστε επιεικείς με τον εαυτό μας παραβάτη των κανόνων, ανηλεείς με τον αντίπαλο παραβάτη. Λόγω της παράδοσης της πόλης, επιχειρήσαμε ηρωική έξοδο από το γήπεδο για να μπούμε στο λεωφορείο. Στη διαδρομή, θέλοντας να εμποδίσουν την έξοδο οι Μεσολογγίτες συγγενείς μου, με ξυλοφόρτωσαν. Για λίγο καιρό δυσκολευόμουν να επισκεφτώ το Μεσολόγγι και οι συγγενείς μου το Αγρίνιο…

Ναι, μ’ αρέσει το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο. Τώρα, επειδή μια επιχείρηση ποδοσφαιρική δεν πάει καλά και της χαρίζονται τα χρέη, με υποβιβασμό, δεν το καταλαβαίνω. Εδώ ολόκληρη κοινωνία υποβαθμίστηκε και κανείς δεν της χάρισε τα χρέη”.

Και πως αποφασίσατε να πάτε στην Αθήνα και εν συνεχεία το πανεπιστήμιο της Ουψάλα στην Σουηδία;

«Όταν τελειώνουν οι εγκύκλιες σπουδές, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Αθήνα. Όχημα μεταφοράς, το δίλημμα, αν θα πρέπει να πραγματοποιήσεις το όνειρο του πατέρα, ή να κυνηγήσεις το δικό σου όνειρο. Τα δικά μου όνειρα, είχαν το μειονέκτημα πως δεν ήταν ευκρινή. Ήξερα πως δεν ήθελα να γίνω στρατιωτικός, όπως ήθελε ο πατέρας μου, αλλά δεν ήξερα ακόμα τι ήθελα εγώ να γίνω. Πέρασα στην Ευελπίδων, αλλά δεν ακολούθησα την σχολή. Η πατρίδα γλύτωσε από έναν κακό στρατιωτικό, χωρίς να είναι βέβαιο πως κέρδισε έναν καλό πολίτη.

Το 1965, με πολιτικό μέσον, δούλεψα σε μια τράπεζα στη Ρόδο. Οι τουρίστες, περισσότεροι από τα διαθέσιμα δωμάτια των ξενοδοχείων, κατέκλυζαν τις παραλίες, αναζητώντας μαλακό υπόστρωμα για τον ύπνο τους. Η αστυνομία τουρισμού έψαχνε εναγωνίως για καταλύματα. «Διαλέξτε όποιαν θέλετε», παρακαλούσαν τους εργένηδες του νησιού που είχαμε κενά κρεβάτια στα δωμάτιά μας, ή κενό χώρο στο ίδιο μας το κρεβάτι. Ο έρωτας, αυτοσκοπός σ’ εκείνη την ηλικία, είχε και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, καθώς έτσι έμαθα αγγλικά και σουηδικά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 έφυγα νυμφευμένος με την Αρσινόη Σερμιντζέλη για τη Σουηδία. Η γλώσσα, ήταν ένας βασικός λόγος για να διαλέξω αυτή τη χώρα».

Πως ήρθε δηλαδή η απόφαση αυτή να φύγετε τότε στο εξωτερικό;

«Πολλές φορές η κοινωνία και η συντεταγμένη πολιτεία πέφτουν πολύ βαριά πάνω σε έναν άνθρωπο και τον εξωθούν να κάνει πράγματα αδιανόητα κάτω από κανονική πίεση. Έτσι, μπορεί κανείς να βρεθεί στη Σουηδία. Έναν παλιό φίλο που πήγα να συναντήσω, τον είδα στην πλατεία να με περιμένει τριγυρισμένος από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή. Στην αστυνομοκρατούμενη Ελλάδα, είχαμε μάθει να ξεχωρίζουμε τους αστυνομικούς ακόμη και με πολιτικά ρούχα. Έφυγα φοβισμένος.

“Είμαι αντιστασιακός και η αστυνομία με προστατεύει”, δικαιολογήθηκε αργότερα που τον βρήκα αφύλαχτο.

“Είσαι ο πρώτος, προστατευμένος από τη αστυνομία αντάρτης που γνωρίζω”, τον κάρφωσα.

“Ήρθες στο εστιατόριο και πήρες και το φαΐ σου μαζί;”, αστειεύτηκε για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, παραλληλίζοντας τη Σουηδία ως εστιατόριο που σερβίρει γυναίκες.

Αυτό δεν άρεσε καθόλου στο “φαΐ”, που εν προκειμένω ήταν η γυναίκα μου, και τον είπε “Γιαλαντζή αντιστασιακό””.

Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Αγρίνιο

Είχατε αντιμετωπίσει δηλαδή κάποιο πρόβλημα με την έλευση της δικτατορίας στην Ελλάδα;

«Σε μια δικτατορία, οποιασδήποτε μορφής, πρέπει να μπορείς ν’ αποδεικνύεις το αυτονόητο, σε ανθρώπους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το κατανοήσουν.  

Βρέθηκα επικεφαλής μιας διμοιρίας που φύλαγε το φράγμα του Μαραθώνα, από “επικείμενη κομουνιστική απειλή”, κυρίως. Μια σχέση που είχα με μια κοπέλα, έμαθα από τις εφημερίδες όλης της χώρας, πως ο πατέρας της ήταν στη Μακρόνησο, και το κόμμα είχε ζητήσει πληροφορίες για μένα. “Ήλεγχαν και τους γαμπρούς”, έγραφαν στην πρώτη σελίδα, και το διάβασαν όλοι. Έτσι, ένα τζιπ με ΕΣΑ-τζήδες ήρθε στον Μαραθώνα και με πήραν για κάποιες “διευκρινήσεις”, που κράτησαν μια εβδομάδα. Έκτοτε ήμουν “υπό επιτήρηση”, για το υπόλοιπο της θητείας, και για όλη τη διάρκεια της εργασίας μου στην τράπεζα.  

Η ιδεολογία στην Ελλάδα είναι κληρονομική. Όπως ήταν η βασιλεία, κι όπως είναι σήμερα η κληρονομική δημοκρατία. Ως γιος αστυνομικού, όφειλα κατά τα ειωθότα, να είμαι δεξιός και να μην συνάπτω σχέσεις με σειρήνες της αριστεράς. Αργά αλλά σταθερά, το πολιτικό στερέωμα, έχασε έναν κατά παράδοση δεξιό και κέρδισε έναν κατά συνείδηση αριστερό.

Ταυτόχρονα, κάποια στιγμή που μου ζήτησαν ν’ αποκηρύξω το σωματείο των εργαζομένων, και ένας φαλακρός ταξίαρχος μάζευε υπογραφές, είπα όχι και αναγκάστηκα να φύγω από την τράπεζα, γιατί δεν άντεξα τις μεταθέσεις από υποκαταστήματος εις υποκατάστημα που ακολούθησαν.

Πάντα έχουν συνέπειες τα όχι».

Στη Σουηδία αποκτήσατε την χαμένη ελευθερία σας;

«Ναι, η Σουηδία ήταν ένα ευνομούμενο κράτος, προσανατολισμένο στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Αισθανόσουν άρχοντας ως πολίτης.

Αλλά κι εκεί το φάντασμα της δικτατορίας ήταν παρόν. Μπήκα σε μια αντιδικτατορική οργάνωση και με βάλανε με έναν κουμπαρά στη πλατεία να φωνάζω «Βοηθήστε τον αγώνα της Ελλάδος». Ο αρχηγός της οργάνωσης, ήρθε από την Στοκχόλμη για να δει τους καινούργιους. Κυκλοφορούσε με ψευδώνυμο. Ήρθε και τράβαγε φωτογραφίες.

“Γιατί με τραβάς φωτογραφίες;”, απόρησα.
“Οι στιγμές που ζούμε είναι ιστορικές”, με διαβεβαίωσε.

“Η ασφάλεια έχει κάτι φωτογραφίες σου που μας έβαλαν σε μπελάδες”, με πήρε σε μια εβδομάδα τηλέφωνο ο πατέρας μου.

Μετά τη μεταπολίτευση, τον αρχηγό,  τον πιάσανε για διπλό κατάσκοπο στη Σουηδία”.

Γενικά η ζωή στην Σουηδία ήταν δύσκολα για τους φοιτητές από την Ελλάδα;

«Για εμάς, τους εργαζόμενους φοιτητές, ήταν δύσκολα. Στην αρχή, μέχρι να βρούμε δουλειά, πηγαίναμε στα σούπερ μάρκετ και τρώγαμε όλα τα δείγματα των προϊόντων για να την βγάλουμε. Οι ιδιοκτήτες μας έβλεπαν, αλλά έκαναν τα στραβά μάτια. Υπήρχαν βέβαια και αρκετοί Έλληνες φοιτητές στην Ουψάλα, που έχοντας χρήματα από τους γονείς τους, είχαν την πολυτέλεια να κάθονται στα καφενεία να συζητούν και να οργανώνουν παντοειδείς επαναστάσεις. Εγώ δεν είχα αυτή την ευχέρεια, δούλευα τα βράδια καθαριστής στο νοσοκομείο και το ξημέρωμα πήγαινα στο πανεπιστήμιο. Αργότερα έπιασα δουλειά και σε ένα παιδικό σταθμό και έκλεισα έτσι και τα απογεύματα. Γενικά δεν μου περίσσευε καθόλου καιρός για περαιτέρω συναναστροφές».

Πως προέκυψε η ενασχόληση με την ρομποτική;

«Πάντα είχα κατά νου, πως κάποια στιγμή θα επέστρεφα στην Ελλάδα. Αποκοίμισα τον καλλιτέχνη μέσα μου και αποφάσισα να σπουδάσω κάτι, που θα μου έβρισκε εύκολα δουλειά στην Ελλάδα, χωρίς ν’ αναγκαστώ να καταφύγω στους πολιτικούς.

Αρχικά σπούδασα μαθηματικά καθώς ήταν η βάση για την πληροφορική. Στη συνέχεια αφού τελείωσα με την πληροφορική, έκανα ειδίκευση στην ρομποτική που ήταν τότε στα σπάργανα. Τα πανεπιστήμια έκαναν τότε μια δοκιμαστική επαφή με την παραγωγή.  Ένα εργοστάσιο έδινε τα χρήματα και το πανεπιστήμιο έφερνε καθηγητές από άλλες χώρες για να διδάξουν το μάθημα. Θα φτιάχναμε έναν βραχίονα, οπότε το εργοστάσιο θα είχε την ωφέλειά του από αυτό το πρόγραμμα.

Μετά οι περισσότεροι από εμάς προσλήφθηκαν σε μια σουηδική εταιρεία που ασχολούνταν με αυτά. Εμένα όμως ο νους μου ήταν στην ημέρα του γυρισμού».

Φεστιβάλ Ιθάκης: Απονομή Α’ βραβείου πρώτου ανδρικού ρόλου στον Δ. Τζουβάλη, από την Δέσπω Διαμαντίδου και τον Δήμαρχο Ιθάκης
Από παράσταση της θεατρικής ομάδας του Σωματείου των Εργαζομένων στο Αλουμίνιο της Ελλάδος.

Τι σας έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη από την σκανδιναβική χώρα;

«Η  επαφή μου με το Σουηδικό σύστημα και την κοινωνία, ήταν ένα πολιτισμικό σοκ. Κάποια στιγμή, στις αρχές, με έπιασαν πόνοι στη μέση και πήγα στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της πόλης, όπως κάνανε όλοι οι άνθρωποι. Με βάλανε σε έναν θάλαμο με έξι άτομα “Γ’ θέση”, σκέφτηκα. Έπιασα κουβέντα με έναν Σουηδό δίπλα μου.

– “Από που είσαι;”, με ρώτησε.
– “Από την Ελλάδα”.
– “Τι κάνεις εδώ;”.
– “Σπουδάζω και δουλεύω”.
– “Εσείς με τι ασχολείστε;”, ρώτησα
– “Είμαι ο Υπουργός Εργασίας”, μου απάντησε και με παρακάλεσε να του μιλάω στον ενικό, γιατί στη Σουηδία δεν χρησιμοποιούν πληθυντικό.

Ύστερα κατάλαβα, πως τα έξι κρεβάτια στο θάλαμο ήταν για να κουβεντιάζουν οι ασθενείς μεταξύ τους και να μην νοιώθουν ανία. Σ’ άλλη, γνωστή σε μένα χώρα, κανένας υπουργός δεν θα καταδεχόταν το νοσοκομείο που έφτιαξε η κυβέρνησή του, κι αν το καταδεχόταν, θα έκλεινε ολόκληρη η πτέρυγα για λογαριασμό του.

Ο… κυρίαρχος Λαός, νοσηλεύεται ευπρεπώς, μόνο μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.

Με έκπληξη διαπίστωσα πως είχαν καλλιτεχνικά εργαστήρια μέσα στο νοσοκομείο για να απασχολούνται οι άρρωστοι. Βρήκα εύκαιρο ένα τέλειο εργαστήριο κεραμικής και είπα ν’ ασχοληθώ. Είχα σπουδάσει καλλιτεχνική κεραμική στην Ελλάδα, αλλά μετά από μια τραυματική απόπειρα πώλησης των έργων μου, είδα  πως δεν θα μπορούσα να ζήσω σαν καλλιτέχνης στην Ελλάδα, και αποφάσισα να τα χαρίζω στους φίλους μου.

Κάποια στιγμή ένοιωσα κόσμο γύρω μου που κοίταζε τη δουλειά μου. Οι γιατροί μου πρότειναν να κάνω μια έκθεση μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπερ και εγένετο. Έκανα πίνακες από χειροποίητα πλακάκια που ήταν της μόδας.

Ο πρώτος πελάτης μου, ήταν ένας κύριος πού αγόρασε δέκα πίνακες.

– «Τι θα τους κάνεις τόσους πίνακες;», απόρησα.
– «Είμαι εκπρόσωπος του Δημάρχου. Ενημερωνόμαστε για τις εκθέσεις και πάντα αγοράζουμε έργα για να ενισχύσουμε τους καλλιτέχνες της πόλης».
– “Θα τα αποθηκεύσετε κάπου;”.
– “Τα βάζουμε σε ιδρύματα, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες”.

Αυτό ήταν το δεύτερο σοκ που έπαθα, ανακαλύπτοντας  ότι στη Σουηδία θα μπορούσα να ζήσω ως καλλιτέχνης. Έκανα έκτοτε κάποιες βιοποριστικές εκθέσεις, και πάντα ένας εκπρόσωπος του Δημάρχου αγόραζε…

Κορυφαίο γεγονός, ήταν η επίσκεψη του πρωθυπουργού, Ούλοφ Πάλμε στην Ουψάλα για να μιλήσει σε φοιτητές. Στο τέλος της ομιλίας μείναμε μερικοί Έλληνες και του πιάσαμε τη συζήτηση και πέρασε η ώρα. Ερημιά έξω.

“Θα πάω να πάρω το τρένο, θέλει κανείς να μου κάνει παρέα;”, μας ξάφνιασε. Κι εμείς χωρίς δεύτερη κουβέντα τον συντροφέψαμε μέχρι το τρένο. Μας είχε κάνει τεράστια έκπληξη το γεγονός ένας πρωθυπουργός να περπατά με τα πόδια και να μετακινείται με το τρένο χωρίς καθόλου φρουρά.

“Χωρίς λιμουζίνα, χωρίς μοτοσυκλέτες, χωρίς ελικόπτερο, τι σόι πρωθυπουργός είσαι;”, αναρωτήθηκε ο Βασίλης από το Κιλκίς.

“Δεν αντέχει η οικονομία της Χώρας αυτή την πολυτέλεια”, αστειεύτηκε και ο Πάλμε, κι εμείς αισθανθήκαμε υπερήφανοι, που η δική μας χώρα είναι πλούσια και οι πολιτικοί μας άνδρες, μετακινούνται αξιοπρεπώς και άνετα με τα πολυτελή τους μέσα, και αισθάνονται ασφαλείς με την πολυπληθή φρουρά τους.

Άμα φοβάσαι το Λαό, τότε την έχεις βρεγμένη τη φωλιά σου…

Στη Σουηδία, εγώ κι ο Βασίλης μάθαμε πως πολλοί Σουηδοί, σηκώνονται στις έξι το πρωί και τρέχουν στο δάσος. Μέναμε σε φοιτητικά διαμερίσματα και γύρω το δάσος. Βλέπαμε τους λαγούς και τους φασιανούς να έρχονται μέχρι την πόρτα και η καθημερινή μακαρονάδα και οι πατάτες οι βραστές μας ζήτησαν επίμονα γαρνιτούρα. Πήγαμε το βράδυ και βάλαμε θηλιές στα μονοπάτια του δάσους. Λαγούς δεν πιάσαμε, πιάσαμε όμως μερικούς Σουηδούς που έκαναν το πρωινό τους τρέξιμο. Αν το ξέραμε νωρίτερα πως τρέχουν στις έξι, θα σηκωνόμασταν στις πέντε.

“Αυτοί δεν τρώγονται”, παραπονέθηκε ο Βασίλης.

Έτσι μάθαμε πως το τρέξιμο το λένε τζόκινγκ… 

Πάμε τώρα στο βιβλίο. Βλέποντας το εξώφυλλό του παρατηρούμε έναν αινιγματικό τίτλο με μια ερωτική απόχρωση. Τι ακριβώς περιμένει τον αναγνώστη μέσα;

“Θα διαβάσει νομίζω, ένα ευχάριστο μυθιστόρημα, που μέσα από τις σελίδες του θα δει την εξέλιξη της κοινωνίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μέσα τον περιμένει μια πλοκή που ίσως τον συναρπάσει:

Ένας γιος έρχεται από το παρόν, το έτος 2000 στην περιοχή, για πρώτη φορά, κι ανατρέχει στο παρελθόν ψάχνοντας τον δολοφόνο του πατέρα του.

Παράλληλα ένας νεαρός εργάτης ξεκινάει από το παρελθόν, 1963, και περιγράφει τα γεγονότα, βασισμένα σε περίπου 700 συνεντεύξεις

Σ’ ένα μικρό ψαροχώρι με 300 ψυχές να το κατοικούν, αμέριμνες, απείραχτες, αυτάρκεις, έχουν το ψωμί, το κρασί και το λάδι τους, ενσκήπτει σαν λαίλαπα μια κοσμοπλημύρα 8000 Γάλλων, Ιταλών, Γερμανών, Ισπανών ειδικευμένων κατασκευαστών εργοστασίων αλουμινίου. Επίσης, “αλλοδαποί” ανειδίκευτοι εργάτες από όλα σχεδόν τα λιμοκτονούντα χωριά της Ελλάδας, καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης που είχε απομείνει χωρίς ανθρώπινη παρουσία.

Η σκληρή δουλειά, το άφθονο χρήμα, οι πρωτόγνωροι έρωτες των αυτοχθόνων με τις νεαρές μυρωδάτες ακόλουθες των Ευρωπαίων εργατών, οι έρωτες των Ευρωπαίων με τις σφριγηλές χωριατοπούλες, συνθέτουν έναν ορυμαγδό κοινωνικών αλλαγών…

Ο μυστηριώδης φόνος, οι τρυφερές αγάπες, οι περιπαθείς έρωτες, γίνονται οχήματα για να μεταφέρουν πληροφορίες, ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές συγκρούσεις, φυλετικές διαφορές, διακρίσεις πολυεπίπεδες, με τρόπο εύληπτο, ώστε το μυθιστόρημα να μπορεί να διαβαστεί εύκολα απ’ όλους τους αναγνώστες…”. 

Η γνωστή συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη ανέφερε για το βιβλίο σας ότι όσο προχωράς αυξάνει με αγωνία καλού αστυνομικού. Συναντούμε δημοσιογραφική έρευνα και αστυνομική πλοκή δηλαδή;

«Το μυθιστόρημα βασίζεται σε περίπου 700 βιωματικές συνεντεύξεις. Δεν ήμασταν από την αρχή εκεί για να ξέρουμε όλα τα γεγονότα. Έπρεπε να ψάξουμε για τις παλιές ιστορίες. Ξεκινήσαμε την έρευνα το 2000 παίρνοντας συνεντεύξεις από Έλληνες και Γάλλους συνταξιούχους εργαζόμενους της Πεσινέ. Από τον απλό εργάτη, τα στελέχη, μέχρι τον πρόεδρο της εταιρείας Ντεκοστέρ, έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους που πέρασαν ποτέ από την Ελλάδα. Είχε τον βαθμό του πρέσβη και μπορούσε να διαπραγματεύεται με τις Αρχές του τόπου.

Οι Αρχές του τόπου είναι πάντα πολύ δοτικές απέναντι σε πλούσιους, χουβαρντάδες ξένους…

Η αστυνομική πλοκή, προκύπτει από τον νεαρό που ψάχνει τον δολοφόνο του πατέρα του. Από το πρώτο κεφάλαιο αρχίζει μια πομπή υπόπτων. Ο αναγνώστης προσπαθεί να μαντέψει ποιος τελικά είναι ο δολοφόνος απ’ όλους όσους του υποδεικνύουν οι συγγραφείς. Στις τελευταίες σελίδες ψυχανεμίζεται την αλήθεια».

Πεσινέ, η πρώτη έμπρακτη σύνδεση Ελλήνων και Γάλλων μεταπολεμικά;

«Δεν έχω υπόψη μου αν υπήρχε κι αλλού γαλλική παρουσία. Ίσως στο φράγμα του Μέγδοβα χωρίς να ξέρω τι σχέσεις αναπτύχθηκαν εκεί. Σίγουρα, η κατασκευή του εργοστασίου αλουμινίου από την Πεσινέ, από Γάλλους κυρίως κατασκευαστές, ήταν η πρώτη στενή σχέση και γνωριμία ανάμεσα στους δυο λαούς».

Αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων;

«Υπήρξε μια κάθετη γραμμή όπου χώριζε τους Έλληνες και τους Γάλλους, αλλά και πολλές οριζόντιες. Υπήρχαν Γάλλοι από το Καμερούν και τις άλλες αποικίες, Γάλλοι από το Παρίσι, Γάλλοι από τα Πυρηναία, οι οποίοι μεταξύ τους δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις. Θα έλεγα πως υπήρχε μια αμοιβαία υφέρπουσα σιχασιά ανάμεσά τους.

Οι Έλληνες χωρίζονταν, μ’ όλη τη σημασία της λέξης, σε αυτόχθονες, σε εσωτερικούς μετανάστες από τα πεινασμένα χωριά της Ελλάδας, και μια μεγάλη ομάδα Ελλήνων Αιγυπτιωτών, οι οποίοι ήταν τεχνικά καταρτισμένοι, μίλαγαν Γαλλικά και είχαν έρθει από το Σουέζ, το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια και άλλες πόλεις της Αιγύπτου, όταν ο Νάσσερ νόμιζε πως τακτοποιούσε τα κακώς κείμενα στη χώρα του. Η αμοιβαία σιχασιά ήταν κραταιή κι ανάμεσα στους Έλληνες.

Ανάμεσα στους Γάλλους και τους Έλληνες αρσενικούς, υπήρχε χάσμα, που γεφυρώνονταν μόνο μετά από σοβαρή οινοποσία στις ταβέρνες και μόνο εκεί…

Ο εργατικός οικισμός τα Άσπρα Σπίτια δημιουργήθηκε με βάση αυτή τη διαστρωμάτωση και με εμφανή την ιεραρχία του εργοστασίου στις γειτονιές του.

Αλλού έμεναν οι Γάλλοι, αλλού οι Έλληνες. Αλλού έμειναν οι διευθυντές, αλλού οι κατώτεροι διοικητικοί και αλλού η πλέμπα, οι εργάτες.

Για να δεχθούν οι γαλλικές τάξεις έναν Έλληνα, θα έπρεπε να είναι πολύ δουλικός απέναντί τους. Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι. Πήγαιναν και οι γυναίκες τους και κάνανε όλες τις δουλειές στα σπίτια των Γαλλίδων. Έτσι πετυχαίνανε μια καλύτερη μεταχείριση του συζύγου τους στη δουλειά και μια σχετική άνοδο στην ιεραρχία».

Να φανταστώ θα υπήρξαν και φλερτ ανάμεσα στις δυο πλευρές. Έγιναν ελληνογαλλικοί γάμοι;

«Με τις γυναίκες ήταν αλλιώς. Τα φλερτ ανάμεσα στις δυο κοινότητες ήταν στην ημερησία διάταξη. Όχι όμως και οι γάμοι. Ο Γιώργος, 16 ετών τότε, ερωτεύτηκε την Υβέτ και ήθελαν να παντρευτούν. Επικράτησε πανικός στις κοινότητες, καθώς ούτε οι Γάλλοι γονείς, ούτε οι Έλληνες γονείς, επέτρεπαν να γίνει ο γάμος και να μολυνθεί το αριστοκρατικό τους αίμα.

Ο Γιώργος όμως ήθελε να παντρευτεί, αλλά δεν μπορούσε γιατί ήταν ανήλικος και ήθελε υπογραφή από τον πατέρα του για την άδεια γάμου.

“Θέλω το χαρτί”, απαιτεί, και ο γιγάντιος πατέρας του, ρίχνει μια μπουνιά στον τοίχο και πέρασε το χέρι του από την άλλη μεριά.

«Θα μου υπογράψεις το χαρτί;», επέμενε ο ανάλογος με τον πατέρα σε γιγαντοσύνη γιος και ρίχνει μια με το κεφάλι και ρίχνει όλο τον τοίχο κάτω.

Ο πατέρας κατάλαβε πως τίποτε δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα ερωτευμένο νέο, και με πόνο ψυχής υπέγραψε. Ύστερα απουσίασε για μέρες από το καφενείο για να ετοιμάσει την… απολογία του.

Στο γάμο τους, μόνο οι μανάδες πήγανε. Αυτή ήταν μια από τις ελάχιστες ελληνογαλλικές σχέσεις που είχαν αίσιο τέλος”.

Η Πεσινέ ήταν μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην Ελλάδα;

«Τότε το μεγάλο πρόβλημα ήταν ο εξηλεκτρισμός της χώρας. Ρεύμα κρατικό δεν υπήρχε στην Ελλάδα, παρά μόνο κάποιες ηλεκτρικές εταιρείες οι οποίες δουλεύανε με πετρέλαιο στα χωριά και τις πόλεις. Όποτε θέλανε δίνανε ρεύμα κι όποτε θέλανε το κόβανε. Δεν υπήρχαν μεγάλα εργοστάσια που να δικαιολογούν μια μεγάλη επένδυση για ρεύμα και να το χρησιμοποιήσουν.

Οι συζητήσεις με την Πεσινέ, άρχισαν από το 1958 όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραψε μια σύμβαση η οποία ακυρώθηκε το 1959. Αργότερα, υπογράφηκε μια πιο δοτική σύμβαση και έγινε μεγάλο σούσουρο. Στην αρχή κανείς δεν ήξερε τίποτα για το αλουμίνιο. «Θα φτιάχνει μπρίκια», έλεγαν. Ούτε οι πολιτικοί γνώριζαν πολλά. Ο Καραμανλής δεν ήξερε πως να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της επένδυσης, και η αντιπολίτευση δεν ήξερε πώς να την πολεμήσει. Εν τέλει η σύμβαση ξαναψηφίστηκε από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου με τους ίδιους όρους και ελάχιστες τροποποιήσεις που δεν διορθώνανε το αποικιακό καθεστώς της σύμβασης.

Η Πεσινέ έβαλε 120 εκατ. δολάρια για να χτίσει το εργοστάσιο, περίπου το ίδιο ποσό έβαλε το ελληνικό κράτος για να κατασκευαστεί το φράγμα των Κρεμαστών. Πολλά λεφτά, αλλά θα βγαίνανε. Η Πεσινέ ήταν ίσως η μεγαλύτερη μεταπολεμική επένδυση στην Ελλάδα. Απασχόλησε πολύ κόσμο, κίνησε την οικονομία και δημιουργήθηκαν σοβαρές υποδομές τη χώρα μας.

Λεόντειες συμβάσεις, αλλά άμα δεν μπορείς να ξυστείς μόνος σου…».

Πως αποτυπώνεται αυτή η επένδυση στη τοπική κοινωνία;

«Όχι μόνο στη τοπική κοινωνία. Μαζί με τις μεταποιητικές βιομηχανίες ανά την Ελλάδα στη διαδικασία παραγωγής και μεταποίησης του αλουμινίου εμπλέκονταν γύρω στις 50.000 οικογένειες. Εκτός από τα δορυφορικά επαγγέλματα, εμπόρους, επαγγελματίες, αγρότες, υπαλλήλους, που ζούσαν γύρω από αυτό τον κολοσσό. Οι εργάτες από τα Πομακοχώρια μέχρι την Κρήτη στέλνανε χρήματα στις οικογένειές τους και κινούσαν τις τοπικές κοινωνίες. Οι έμποροι των μεγάλων πόλεων περίμεναν την πληρωμή των εργατών για να πάρουν βαθιές ανάσες.

Σήμερα μερικές τέτοιες επενδύσεις θα ανέσταιναν την Ελλάδα…”.

Και ποια η αντίδραση του κόσμου μιας επαρχιακής πόλης που βίωνε την αναμπουμπούλα της εποχής;

«Αν το δούμε σε μια μικρή κοινωνία όπως η Αντίκυρα, κάπως έτσι ήταν και στις υπόλοιπες κοινωνίες της επαρχίας. Τότε είχαν άδειες τις τσέπες, αλλά μέσα στη μιζέρια τους ήταν αυτάρκεις, όπως περιγράφεται στο βιβλίο. Προσπαθούσαν να περιορίσουν τις ανάγκες τους. Είχαν τα απαραίτητα από τη γεωργική τους παραγωγή, πιάνανε και κανένα ψάρι στη θάλασσα και δεν ήθελαν τίποτα παραπάνω. Κυκλοφορούσαν ξυπόλυτοι. Άδεια η τσέπη, γεμάτη η καρδιά. Όταν παντρεύονταν κάποιος, δανείζονταν από τον γερό-Μανίκα (μπακάλη) το μοναδικό κοστούμι και τα μοναδικά επίσημα παπούτσια.

Όταν έγινε το εργοστάσιο πιάσανε λεφτά στα χέρια τους που τους δημιούργησαν ανάγκες. Πάθανε σοκ όταν η εταιρεία, αναζητώντας καταλύματα να στεγάσει τους εργάτες, τους έδωσε χρήματα για να φτιάξουν σπίτια με τον όρο να βάλουν και τουαλέτες μέσα.

– “Θα βάλουμε τη χέστρα μέσα στο σπίτι;”.
– “Θα βρωμάει ο τόπος».

Μια αγνή κοινωνία που έβλεπε το εργοστάσιο να φέρνει την εξέλιξη στη περιοχή και. Ακολούθησαν χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις». 

Επηρέασε ο γαλλικός κόσμος την Αντίκυρα;

«Οι Γάλλοι, όταν ήρθαν, ήταν 70 χρόνια μπροστά σε πολιτισμό, από την Αντίκυρα και γενικά από όλη την Ελλάδα. Από φτωχοί ψαράδες κι αγρότες, μετατράπηκαν σ’ ευημερούντες βιομηχανικοί εργάτες. Πήρανε ρούχα και παπούτσια δεύτερα και τρίτα. Αγόρασαν μεγαλύτερη ζώνη για το παντελόνι τους, καθώς η σωματική τους κατατομή φάρδυνε. Οι μυρωδάτες Γαλλίδες τους δίδαξαν την ελευθερία στον έρωτα.

Τα ήθη άλλαξαν…”.

Από εκδήλωση στην «Αλλοτροπία», στο βάθος ο Δ. Τζουβάλης με την Δ. Παρασχαράκη

Μου δίνετε το καλύτερο βήμα για να σας ρωτήσω σχετικά με την απεργία το 1965 για το δικαίωμα στη συνουσία που αναφέρετε για πρώτη φορά στο βιβλίο σας…

«Οι Γάλλοι που είχαν έρθει για να χτίσουν το εργοστάσιο δουλεύανε διπλές βάρδιες, 16 ώρες μέσα στο κάμα. Το βράδυ ξενυχτούσαν στις ταβέρνες, πίνανε πολύ, μαλώνανε, φιλιώνανε και επέστρεφαν ευχαριστημένοι στα πρόχειρα καταλύματα να κοιμηθούν. Σε λίγες ώρες, στις 6 το πρωί, θα ξυπνούσανε για δουλειά. Αυτή ήταν η ζωή τους. Από εκεί που έρχονταν, από το Καμερούν όπου είχαν χτίσει άλλο εργοστάσιο ο έρωτας ήταν πολύ εύκολος. Το βράδυ χτυπούσαν οι πόρτες του δωματίου τους και πρόθυμα κορίτσια, επ’ αμοιβή φυσικά προσέφεραν τις υπηρεσίες τους. «l’ amour qui pass», έλεγαν, δηλαδή «ο έρωτας περνάει» και οι πόρτες άνοιγαν να τον υποδεχτούν. Εδώ δεν είχε τέτοια. Αν κοιτούσες μια κοπέλα σε περίμεναν τα μαχαίρια των συγγενών. Έπρεπε να βάλεις βέρα για να σηκώσεις το βλέμμα πάνω της. Έτσι ήταν τα πράγματα κι άργησαν λίγο ν’ αλλάξουν. Αλλά οι ανάγκες δεν μπορούσαν να περιμένουν την αλλαγή.

Άρχισεν να στριμώχνονται, πέρασαν αρκετοί μήνες και δεν μπορούσαν εκτονωθούν. Η εταιρεία τους χρειαζόταν όλη την εβδομάδα για να χτίσει γρήγορα το εργοστάσιο. Κάποιες θλιβερές υπάρξεις που έφερναν κάποιοι επιτήδειοι, δεν πληρούσαν τις εμφανισιακές προδιαγραφές και τους κανόνες υγιεινής. Έγιναν ευερέθιστοι και με αφορμή τον θάνατο ενός Γάλλου στις εγκαταστάσεις, ξεσηκώθηκαν και κάνανε απεργία με πυροβολισμούς στον αέρα. Ήρθε ο στρατός και η αστυνομία, να καταστείλουν την εξέγερση. Ήρθε ο Γάλλος πρέσβης που προσπαθούσε να τους ηρεμήσει.

– “Βαράτε τους”, διατάσσει ο επικεφαλής της αστυνομίας.
– “Μα δεν έχουμε δείρει ξανά Γάλλους”, απαντούν μουδιασμένοι οι αστυνομικοί.
– “Εύκολο είναι. Σκεφτείτε ότι δέρνετε κομμουνιστές”, είπε εκείνος και όρμησαν κατά πάνω τους.

Τελικά, τους βάλανε σε λεωφορεία και τους απελάσανε. Οι αντικαταστάτες είχαν ως υποχρέωση να έχουν μια γυναίκα μαζί τους.

Η απεργία ήταν ιστορική καθώς ήταν η πρώτη παγκόσμια διαμαρτυρία για το δικαίωμα στη συνουσία. Η εταιρεία για ορισμένους από τη πρώτη φουρνιά, αζευγάρωτους,  που δεν συμμετείχαν στην απεργία, και παρέμειναν, φρόντισε να βάλει λεωφορεία για να πηγαίνουν στην Αθήνα για ερωτικό τουρισμό».

Το βιβλίο βέβαια συνυπογράφει και η Αρσινόη Σερμιντζέλη. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την ζωή της;

«Η Αρσινόη ήταν σύζυγός μου και αποκτήσαμε μαζί δυο παιδιά, την Χάρις και τον Ηλία. Μαζί πήγαμε στη Σουηδία και μαζί επιστρέψαμε. Σπούδασε κι αυτή πληροφορική. Η καταγωγή της ήταν από το Αγγελόκαστρο. Μεγάλωσε και πήγε σχολείο στο Αγρίνιο. Όταν επιστρέψαμε, αποφασίσαμε πως η Αθήνα παραήταν μεγάλη για μας και τα παιδιά μας. Δεχτήκαμε με χαρά την πρόταση του Αλουμινίου να δουλέψουμε στο εργοστάσιο. Μέσω του σωματείου των εργαζομένων ασχολήθηκε με τον πολιτισμό. Ήταν οργανωτική και τα αποτελέσματα της δουλειάς της εκτιμήθηκαν. Μια θεατρική ομάδα, κι ένα περιοδικό το “εμβόλιμον”, ήταν η κοινή παραγωγή μας. Το 2000 αποφασίσαμε να γράψουμε ένα βιβλίο από κοινού. Είχαν προηγουμένως προηγηθεί βιβλία της Αρσινόης και δικά μου ξεχωριστά. Η Αρσινόη είχε γράψει άλλα δυο μυθιστορήματα, ενώ εγώ είχα γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα, θέατρο. Επιλέξαμε το θέμα και ξεκινήσαμε τη συλλογή πληροφοριών. Δυστυχώς, το 2007, η Αρσινόη έφυγε από την ζωή.

“Να του βάλεις χρυσόσκονη”, ήταν τα τελευταία λόγια της.

Αλλά ο πόνος δεν είναι μπουκιά που την καταπίνεις και τέλειωσες. Πήρα όλα τα τελειωμένα κεφάλαια και τις σημειώσεις μας, τα έβαλα σ’ ένα συρτάρι, μπήκα κι εγώ μέσα, έκλεισα ερμητικά τις χαραμάδες και έπεσα σε διαρκή νάρκη, όπως συμβαίνει άλλωστε μετά από ένα θάνατο, που αλλάζει ριζικά την ζωή.

Κάποια στιγμή το 2011, ήρθε στη ζωή μου η Δήμητρα Παρασχαράκη και άνοιξε το συρτάρι. Έβγαλε εμένα από μέσα και μαζί όλο το υλικό του βιβλίου.

“Πρέπει να το τελειώσεις”, με παρακίνησε. “Το οφείλεις στην Αρσινόη και στον Δημήτρη”.

Μετά από πολλά σταματήματα και ξεκινήματα, τελείωσα το μυθιστόρημα το 2016″.

Άραγε μπορεί ένας συγγραφέας να επιβιώσει από το βιβλίο στην Ελλάδα;

“Στην Ελλάδα, βασιλεύουν οι δημόσιες σχέσεις. Οι κραυγαλέοι μέτριοι, προσκολλημένοι σε κόμματα, αγαπημένοι Μέσων μαζικής ενημέρωσης, εκλεκτοί οργανωμένων μαζών, επιπλέουν. Αυτοί που γράφουν ό,τι ο αναγνώστης αρέσκεται ν’ ακούει, καθώς τα δυσάρεστα ακούσματα πονάνε κι αποφεύγονται. Οι σιωπηλές αξίες, χάνονται. Μεγάλοι παλιοί συγγραφείς, ως πρωτοεμφανιζόμενοι σήμερα, δεν θα είχαν την επιτυχία που έχει η ελαφριά Ελληνική λογοτεχνία.

Αν ένας συγγραφέας παρουσιάζει τον κόσμο όπως είναι, αποφεύγεται και δεν πωλείται. Ο αναγνώστης δεν θέλει να του μιλάς για τα καθημερινά του προβλήματα. Αν τον παρουσιάζει τον κόσμο ιδανικό και εύκολο, δεν είναι συγγραφέας, είναι παρηγορητής των μαζών, και ως τοιούτος πωλείται.

Όχι! Δεν μπορεί να επιβιώσει. Στην Ελλάδα, ένας συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει ν’ ανησυχήσει για το «ευπώλητον» του βιβλίου του, ή να πιστέψει, πράγμα αδύνατο, πως ο κόσμος άλλαξε. Εξ άλλου τα ποσοστά ενός συγγραφέα στην Ελλάδα είναι μηδαμινά, και ο έλεγχος των πωλήσεων αδύνατος».

Εκτός από τη συγγραφή, ασχολείστε με την ποίηση, το θέατρο, τη σκηνοθεσία και τη στιχουργία. Πιστεύετε ότι κάθε καλλιτέχνης επηρεάζεται από την εποχή του; Πως κρίνετε τους σημερινούς εκφραστές της τέχνης;

«Αλίμονο αν επηρεάζεται από την εποχή του. Τότε η εποχή του είναι καταδικασμένη. Οι κοινωνίες σήμερα είναι διασωληνωμένες στην εντατική, αλλά δεν το ξέρουν. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει την οξύνοια να το αντιληφθεί και την αγχίνοια ν’ αντιδράσει άμεσα. Πρέπει ο καλλιτέχνης να παρατηρεί χωρίς να επηρεάζεται και να επεμβαίνει με τα εργαλεία του, την ποίηση, τη γραφή, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τον οξύ λόγο εν γένει, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική και να προσπαθεί να σταματήσει το όχημα της κοινωνίας που πάει κατά γκρεμού μεριά. Κι αν ανεβαίνει ανήφορο, να γίνεται υποζύγιο να τραβάει, να βάζει πλάτη και να σπρώχνει κατά πάνω. Πρέπει να θυσιάζεται ο καλλιτέχνης.

Οι σημερινοί εκφραστές της τέχνης, είναι εκφραστές της, στο μέτρο που δεν αλλοτριώνονται, δεν καθεύδουν, δεν εθελοτυφλούν, δεν γίνονται νάρκισσοι, φιλοκαλούνε μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούνε άνευ μαλακίας. Υπάρχουν σ’ όλες τις εποχές, όλα τα είδη».

Είστε από τους ιδρυτές της Αλλοτροπίας, ενός κυττάρου πολιτισμού στη Βοιωτία. Ποιο είναι το όραμα, και υπάρχει ενδιαφέρον του κόσμου προς την παράδοση και την τέχνη;

«Το όραμα είναι το μέλλον. Το μέλλον είναι τα παιδιά. Τα παιδιά είναι το εισιτήριο των κοινωνιών για το λεωφορείο της αιωνιότητας. Δυστυχώς, από την πλευρά των γονέων δεν υπάρχουν σοβαρές ελπίδες διαπαιδαγώγησης, καθώς η συμμετοχή τους, συνήθως, ολοκληρώνεται με τη συνεύρεση. Απ’ τη μεριά των δασκάλων, τα παιδιά διασώζονται με την σκληρή δουλειά μιας πεφωτισμένης μειονότητας του κλάδου. Απ’ τη μεριά των υπουργείων, γαμώ τα υπουργεία τους και να με συγχωρείτε για την έκφραση.

Στην Αλλοτροπία, προσπαθούμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις να διδάξουμε στα παιδιά την παράδοση. Πεθαίνουν οι κοινωνίες που δεν πατάνε στο οικοδόμημά της. Όχι αυτό που λένε συνήθως, “εγώ είμαι παραδοσιακός”, ή “ζούμε παραδοσιακά”, αλλά εννοούμε την παραδεδομένη σε μας συσσωρευμένη σοφία των αιώνων. Την παραδεδομένη Τέχνη, τα Γράμματα, τις Μουσικές, τους προκλητικούς γι’ απομυθοποίηση Μύθους, τους νοήμονες Χορούς».

Και μια συμβουλή για τους νέους…

«Να μην ακούνε τους γονείς τους. Να έχουν υπ’ όψη τους τις συμβουλές τους, αλλά να μην είναι “καλά” και “υπάκουα” παιδιά. Ν’ ανοίγουν δικούς τους δρόμους, να προχωράνε κόντρα στο ρεύμα. Να μην αποκοιμούνται με ψευδό-επαναστάσεις του δρόμου. Να μην επιτρέπουν στον εαυτό τους να παρασύρεται σε εύκολους ατραπούς. Να μην ισοπεδώνουν την προσωπικότητά τους, συνταυτιζόμενοι με παντοειδή οργανωμένα συμφέροντα. Να γίνουν περίβλεπτες μονάδες αξίας. Να μην αρκούνται στο λίγο, να κυνηγούν το ανέφικτο. Να μην αφήσουν να σβήσει η φωτιά που ανάβει μέσα μας με τη γέννηση.

Να μην καταντήσουν ανούσιοι κοπαδιαστοί νοικοκυραίοι…».

Το βιβλίο του Δημήτριου Τζουβάλη και της Αρσινόης Σερμιντζέλη «Ποιος σκότωσε τον Θεό του έρωτα;» κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας, από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ (ηλεκτρονικά ΕΔΩ).




Μοιραστείτε το άρθρο...
Ετικέτες: # # # # # # # # # #

Θανάσης Μπίκας

iAitoloakarnania

Φανταστικά τοπία, σπουδαία ιστορία, υπέροχοι άνθρωποι!