Αριστείδης Μόσχος: Ο δάσκαλος της παραδοσιακής μουσικής

Ένα αφιέρωμα του iAitoloakarnania.gr στον αριστοτέχνη του σαντουριού και δημοφιλέστερο μουσικό της παραδοσιακής μουσικής του τόπου μας, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδος…

 

Εκείνα τα δύσκολα χρόνια, στα μέσα του 20ου αιώνα, μια οικογένεια από το Πεντάλοφο Μεσολογγίου πουλάει όλα τα κτήματα του χωριού και φεύγει για να επιχειρήσει στο Αγρίνιο. Εκεί, θα ανοίξουν ένα καφέ-αμάν κι ένα καφέ-σαντάν. Κάπως έτσι, στο Αγρίνιο η οικογένεια αυξάνεται και εν έτει 1930 στον κόσμο έρχεται το πέμπτο παιδί. Ο Αριστείδης Μόσχος που έμελλε να απασχολήσει ολόκληρη την Ελλάδα με το χάρισμά του. Να μιλάει με μια απαλότητα στα όργανα…

Η μουσική… έρεε στις φλέβες της 12μελής οικογένειας που λόγω και των δυο μαγαζιών είχαν πολύ στενές σχέσεις με πολλούς διάσημους οργανοπαίκτες της ευρύτερης περιοχής. Ο ίδιος ο πατέρας του, ο περίφημος Φουσκομπούκας, ήταν εξαιρετικός οργανοπαίχτης κλαρίνου και έπαιζε με αυτό παραδοσιακή, αλλά και ευρωπαϊκή μουσική. Τα παιδιά έπαιζαν άλλα βιολί, άλλα κλαρίνο, αφού το μουσικό περιβάλλον διέθετε τα καλύτερα ερεθίσματα διότι στα μαγαζιά της οικογένειας έρχονταν μεγάλα μουσικά ονόματα της εποχής (Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Εσκενάζη, κ.ά.). 
 
Στο ζενίθ της επιτυχίας των καφέ του Μόσχου ο 8χρονος Αριστείδης φάνηκε να προσελκύεται από ένα πιο σπάνιο όργανο. Το σαντούρι που έφερε μαζί του ο Ρουμάνος μουσικός Νέστωρ Μπάτσι κατέκτησε τον μικρό και απαίτησε κλαίγοντας ένα ίδιο. Και ήταν τόση η λαχτάρα του που δεν μπόρεσε ο πατέρας του να τον ξεγελάσει όταν προσπάθησε να του δώσει ένα ψεύτικο, παραγγελία σε ξυλουργό του Αγρινίου. Τότε, ο μεγάλος αδελφός αναγκάσθηκε να ταξιδέψει στην Αθήνα και να φέρει στον Αριστείδη το πολυπόθητο όργανο…
 
Από το αφιέρωμα στον Αριστείδη Μόσχο της εκπομπής του Χρήστου Παπαδόπουλου «Χάριν ευφωνίας”
 
Δάσκαλός του στο σαντούρι γίνεται εκείνος ο Ρουμάνος. Ο Νέστορας Μπάτσι. Έμεινε στο Αγρίνιο ενάμιση χρόνο. Πάνω στους έξι μήνες ο μικρός Αριστείδης παίζει καλά. Και ο πατέρας του τον βάζει να παίζει στο καφέ-αμάν σαν αναπληρωματικός, όταν εκείνος έλειπε σε πανηγύρια και γάμους. Αυτό δημιουργεί ένα μικρό σκάνδαλο στην τοπική κοινωνία. Ο διοικητής της αστυνομίας επεμβαίνει ο ίδιος γιατί “είναι δυνατόν να πηγαίνουν στο σχολείο το παιδί σου και το δικό μου παιδί, και να του λέει αυτά που βλέπει κάθε βράδυ στο καφέ-αμάν;” Οι εμφανίσεις περιορίζονται στην αρχή αλλά γρήγορα, οι μεγάλες ανάγκες που υπήρχαν στην περιοχή για όργανα και οι επιδόσεις του Αριστείδη, του επιβάλλουν να γίνει “επαγγελματίας”. Ο πατέρας του ξέρει πολύ γρήγορα ότι στην οικογένεια υπάρχει ένα ακόμα πολύ καλό όργανο και τον χρησιμοποιεί.
 
Γενικά τον Αριστείδη τον χαρακτήριζε μια ευελιξία γι’ αυτό άλλωστε ήταν αγαπητός και περιζήτητος, είχε φαντασία, έκανε εξαιρετικούς αυτοσχεδιασμούς, εθεωρείτο γενικά μπροστάρης που ανέδειξε το σαντούρι ως σόλο όργανο. 
 
Ηταν περιζήτητος (συνεργάστηκε με τους: Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο, Ξαρχάκο, Ανδριόπουλο, Πρωτοψάλτη κ.ά.) όχι μόνο για την ευελιξία του «Με το σαντούρι μου παίζω όλα τα είδη. Θα μπορούσα να παίξω ακόμη και Μπετόβεν και Μπαχ, αλλά προτιμώ ένα νησιώτικο ή ρεμπέτικο», αλλά και για την κοσμοπολίτικη ματιά του. 
 
Τα επόμενα χρόνια ο Αριστείδης Μόσχος αναδείχθηκε σε βιρτουόζο του οργάνου εκτελώντας έργα μεγάλων μουσικών (Σουγιούλ, Χαιρόπουλος, Αττίκ, κ.ά) αλλά και τανγκό και κομπαρσίτες, γνωρίζοντας τη δόξα από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ωστόσο η Κατοχή ερήμωσε το Αγρίνιο και φυσικά τα μαγαζιά της οικογένειας Μόσχου είχαν την ίδια τύχη. Τότε όλα τα αδέλφια μετακινήθηκαν στην Αθήνα και άρχισαν να συνεργάζονται με τους μουσικούς που κάποτε υποδέχθηκαν οι ίδιοι. 
 
Το 1953 εντάχθηκε στο Λύκειο των Ελληνίδων θέση που τον έκανε ταξιδέψει σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της γης παρουσιάζοντας την ελληνική μουσική παράδοση, εκτελώντας όμως μέχρι και τη Μασσαλιώτιδα. Το περιστατικό που το ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος, έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1959 όταν συνόδευσε τους Σπαθάρηδες για παράσταση του θεάτρου Σκιών σε Φεστιβάλ. Τότε, ο Γάλλος πρέσβης ζήτησε να ακουστεί ο γαλλικός εθνικός ύμνος. Καλύτερα όμως να αποτυπώσουμε ακριβώς τα λεγόμενα του μουσικού: «Ήμαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, όταν έρχεται ο πρέσβης της Γαλλίας και λέει: “Πριν αρχίσει η παράσταση, να παίξετε τον γαλλικό εθνικό ύμνο”. Κοιταζόμαστε. Λέει ο Ευγένιος: “Καταστροφή”. Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί από κάτω κάθονταν υπουργοί, διπλωματικά σώματα, ήτανε πολύ επίσημο το φεστιβάλ. Λέω “ηρεμήστε και δώστε μου τρία λεπτά”. Από το σχολείο που πήγαινα ακόμα θυμόμουνα το γαλλικό ύμνο που εμείς τον λέγαμε ελληνικά “Ώ παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί…”. Βάζω σ’ ένα έδρανο τις δυο σημαίες και ανοίγει η σκηνή. Δε βλέπω ούτε θέατρο, ούτε κόσμο, παίζω μια φορά τη μελωδία και μετά …πάρτον κάτω λιπόθυμο!».
 
Με τον αξέχαστο Δημήτρη Λάγιο
 
Ιδρυσε επίσης 25μελή ορχήστρα από μαθητές και δασκάλους της σχολής, με την οποία έδινε συναυλίες ή έκανε τηλεοπτικές εμφανίσεις. Συμπαραστάτριά του ήταν πάντα η σύζυγός του (τραγουδίστρια της δεκαετίας του ’50) με την οποία ίδρυσαν και το Λαϊκό Σχολείο. Ενα από τα τραγούδια που ο ίδιος επέμενε ότι ήταν δικό του – ενώ άλλοι ισχυρίζονταν ότι είναι παραδοσιακό – είναι και το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», για το οποίο είχε δηλώσει ότι το έγραψε «για την παιδική του αγάπη».
 
Το 1985 έκανε το όνειρό του πραγματικότητα ιδρύοντας το «Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής Έργο Ζωής» η οποία λειτουργεί από τότε σαν αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία διδάσκοντας 22 όργανα από πολύ καλούς μουσικούς και σολίστες, καθώς και Βυζαντινή μουσική και χορωδία. Η σχολή στεγάστηκε στο διατηρητέο αρχοντικό των αδερφών Ραγκαβή στη Βασ. Ηρακλείου, στο οποίο οι μαθητές διδάσκονταν παραδοσιακά όργανα, αλλά και λαϊκά. Η σχολή, η διατήρηση και η επιβίωσή της ήταν και ο μεγάλος του καημός, για τον οποίο κατέφευγε στον Τύπο, προκειμένου να βρεθεί μια λύση με την Πολιτεία. 
 
Στη σχολή του Αριστείδη Μόσχου
 
Κι αυτό ήταν ένα παράπονο που πήρε μαζί του αν και ήξερε τους λόγους. Σε μια συνέντευξή του το 1999 είχε δηλώσει σχετικά: «Η πολιτεία δεν στήριξε ποτέ τον παραδοσιακό μουσικό γιατί δεν είχε πτυχίο μουσικής. Δεν σεβάστηκαν τα ταλέντα και τα φαινόμενα της εποχής. Έχουμε παραδείγματα και από άλλους χώρους της τέχνης. Ο Θεόφιλος ζωγράφος αυτοδίδακτος κατέπληξε τους πάντες με το ταλέντο του. Κυρά μου να το ξέρεις. Από αρχαιοτάτων χρόνων το παραδοσιακό τραγούδι κλείνει όλη την ιστορία του πολιτισμού μας και του έθνους. Όσο κι αν θέλουν να το κατακρεουργήσουν δεν θα τα καταφέρουν. Ο Έλληνας θα ακούει πάντα το κλαρίνο…»
 
Στη δισκογραφία παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1952 σε δίσκο της εταιρείας Μιούζικ Μποξ και από τότε έκανε πλήθος συνεργασιών με μεγάλους μουσικούς όπως Κόρος, Ζέρβας, Αηδονίδης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Τούντας, Παπάζογλου, κ.ά. Όπως δήλωνε ο ίδιος ήταν πολύ ευχαριστημένος από τις αμοιβές του αλλά τον λυπούσε το γεγονός ότι είχαν κακομάθει και δεν χρησιμοποιούσαν παρτιτούρες!
 
Ο Αριστείδης Μόσχος πέθανε στα 71 του χρόνια το πρωί 8 Νοεμβρίου του 2001 στο Ιατρικό Κέντρο Π. Φαλήρου, χτυπημένος από την επάρατη νόσο.
 
Ας απολαύσουμε τον μεγάλο καλλιτέχνη μέσα από τα λόγια του…
 
Το Αγρίνιο κατά το μεσοπόλεμο ήταν μια ακμάζουσα πολιτεία. Ήτανε οι αντιπροσωπείες ξένων εταιρειών καπνών, όταν το κρέας είχε 4 δραχμές, αυτά είχαν 120 λεφτά η οκά. Ο πατέρας μου είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στην Πεντάλοφο 400 στρέμματα χωράφια. Τα πούλησε, πήγε στο Αγρίνιο κι έκανε επιχειρήσεις. Είχε δυο κέντρα. Ένα καφέ-αμάν κι ένα καφέ-σαντάν. Στο πρώτο παίζανε Πολίτες, Σμυρνιοί, Αρμένηδες. Στο άλλο υπήρχε ευρωπαϊκή ορχήστρα της εποχής εκείνης. Ο πατέρας μου ήταν ένα κλαρίνο διακεκριμένο αλλά και πολυσύνθετο. Δεν περιοριζόταν να παίζει μόνο τσάμικα και τέτοια. Έπαιζε ρουμάνικα, ουγγαρέζικα, μαρς αμερικέν, βαλς, κύματα του Δουνάβεως… όλα τα είδη. Έρχονταν στο μαγαζί να τον ακούσουν όλα τα μεγάλα ονόματα του Αγρινίου. Ζήτημα να έπαιζε ένα τέταρτο τη βραδιά. Ανέβαινε πάνω λιγάκι για να μη χάσει τους πελάτες. Και πέφταν χιλιάρικα. Για να τον πλησιάσουν από τα χωριά να του πουν να πάει να παίξει σε γάμους, έπρεπε να έχουν ένα γνωστό, ένα φίλο.
 

Είχε τα λεφτά και τα αξιοποίησε. Ο αδερφός μου ο μεγάλος, που έπαιζε και βιολί, είχε πάει τρεις-τέσσερις φορές στην Ευρώπη και έφερνε γυναίκες από το Φολί ­Μπερζέ, το Μουλέν Ρουζ, το Καζινό ντε Παρί. Είχαμε πολλούς Γάλλους τότε εκεί κι έφερνε τις “σαντέζες” που λέγαμε, τις γαλλίδες τραγουδίστριες. Από την άλλη, στο καφέ-αμάν έρχονταν συγκροτήματα από την Αθήνα. Ο Σαλονικιός, ο Ογδόντας, η Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Εσκενάζη, Ρούκουνας, Μήτσος Αραπάκης, Καλλέργης. Κι όλα τα καλά σαντούρια. Τους άκουγα εγώ αλλά δε μου έκαναν εντύπωση. Ήμουνα και μικρός, 6-7 χρονών.

Μέχρι που ήρθαν οι Ρουμάνοι. Θά ‘μουνα 8 χρονών. Ήταν ένας Νέστορας Μπάτσι. Μεγάλωσα μέσα στη μουσική, έμαθα τα πάντα γύρω από τα είδη της, άκουσα όση μουσική δεν είχε ακούσει κανείς τότε και σε τέτοια ηλικία, αλλά όταν άκουσα αυτόν, μαγεύτηκα. Λέω “πατέρα θέλω σαντούρι”. Κλάματα, κακό. Για να αποφύγει, λέει σε έναν φίλο του επιπλοποιό “κάνε του ένα ψεύτικο”. Μου έκανε κάτι που έμοιαζε με σανίδα, το είδα εγώ – που είχα δει και το καλό το σαντούρι πώς ήτανε – καμία σχέση. Αναγκάστηκε και ήλθε ο μεγάλος μου αδελφός από την Αθήνα και μου έφερε σαντούρι. Ε, αυτό ήτανε“.
 
Είδε ότι έπαιζα καλά. Όχι μονάχα καλά, αλλά απέκτησα και ρεπερτόριο, άρχισα να τα παίζω όλα. Έπαιζα κι ευρωπαϊκά κομμάτια πολλά. ‘Όλα, θυμάμαι, του Σουγιούλ, του Χαιρόπουλου, του Αττίκ, τανγκό, κουμπαρσίτες. Το Αγρίνιο δεν ήταν δα και μια πολιτεία που θέλανε μόνο δημοτικά. Θέλανε ό,τι κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη. Μετά η Κατοχή τα ‘φαγε όλα. Σταμάτησαν και τα καπνά… Μετά το ’42-’43 που ήτανε ο ανταρτοπόλεμος, δε μπορούσες να μείνεις στο Αγρίνιο. Ήρθανε οι Γερμανοί, κλείσαν τα μαγαζιά. Δέκα αδέρφια βρεθήκαμε στην Αθήνα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος που θα διεκδικούσε. Ήτανε πέντε κορίτσια στη μέση. Πήγα στο καφενείο των μουσικών με τον πατέρα μου και βρήκαμε όλο γνωστά πρόσωπα μέσα. Ξέραν ότι παίζω καλά, ξέραν και την οικογένειά μας και μ’ αγκαλιάσανε όλοι. Από το 1953 μπήκα στο Λύκειο των Ελληνίδων. Πήγαμε σ’ όλη τη γη. Εγώ που φοβάμαι το αεροπλάνο έχω κάνει 1200 ώρες πτήση. Ολυμπιακοί Αγώνες του Μεξικού και του Καναδά, πέντε φορές Αμερική, τρεις φορές Αυστραλία. Γερμανία και Ευρώπη δε λoγαριάζovται. ‘Εχω 7000 φωτογραφίες από όλες τις εκδηλώσεις που έχω παίξει, με όλα τα μεγάλα πρόσωπα που έχω συναντήσει.
– – –
Το 1952 έπαιξα πρώτη φορά για δίσκο. Στη Μιούζικ Μποξ. Κι από τότε έχω παίξει και με τους πιο περίεργους ανθρώπους. Σκεφτείτε ότι τον πρώτο δίσκο της Άντζελας Δημητρίου εγώ τον έκανα. ‘Επαιξα με τον Κόρο, τον Ζέρβα, Δοϊτσίδη, Αηδονίδη – από τότε που βγήκαν στη δισκογραφία. Δεν έχω παράπονο, όλοι με σέβονται και μ’ αγαπάνε. Με τον Ξαρχάκο κάναμε την “Ελλάδα της Μελίνας”. Με τον Μαρκόπουλο έμεινα 13 χρόνια κι έπαιξα σε 17 δίσκους του. ‘Έφυγα γιατί είχα χάσει το όνομά μου. Ξέρετε πώς με λέγανε; Το σαντούρι του Μαρκόπουλου. Εντάξει, στον Μαρκόπουλο, δε λέω, είχα υποχρέωση. Μου ‘δωσε και λεφτά. Πληρωνόμουνα καλά. ‘Όταν ένας πρώτος μουσικός έπαιρνε 400 δραχμές, εγώ έπαιρνα ένα χιλιάρικο. Το πιο άσχημο όμως ήταν πως οι μαέστροι δε μου φέρνανε νότες να διαβάσω. Κανένας. Μια φορά πήρα το σαντούρι μου κι έφυγα. Πήγα για πρόβα και μου λέει “παίξτο, δεν τ’ άκουσες;”. Λέω “τι παίξτο; μαγνητόφωνο είμαι; μπορεί να μην άκουσα καλά. Δόσμου μια παρτιτούρα”, επειδή είχανε κακομάθει με τους περισσότερους λαϊκούς μουσικούς“.
– – –
Ο ήχος του σαντουριού είναι μαλακός και γι’ αυτό προσφέρεται πολύ για μουσικές οι οποίες μυρίζουν θάλασσα. Σμυρνέικα και νησιώτικα. Από κει και πέρα βέβαια έχω παίξει μέχρι και … τον γαλλικό ύμνο! Πραγματικά. Ήταν το 1959 που πήγαμε στο Παρίσι με τον Ευγένιο Σπαθάρη και τον πατέρα του για ένα φεστιβάλ σκιών. Υπήρχε μπερντές που έπαιζε ο Σπαθάρης, πίσω ήμασταν εμείς και συνοδεύαμε και κάποια στιγμή άνοιγε και μας βλέπανε. ‘Ημαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, όταν έρχεται ο πρέσβης της Γαλλίας και λέει: “Πριν αρχίσει η παράσταση, να παίξετε τον γαλλικό εθνικό ύμνο”. Κοιταζόμαστε. Λέει ο Ευγένιος: “Καταστροφή”. Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί από κάτω κάθονταν υπουργοί, διπλωματικά σώματα, ήτανε πολύ επίσημο το φεστιβάλ. Λέω “ηρεμήστε και δώστε μου τρία λεπτά”. Από το σχολείο που πήγαινα ακόμα θυμόμουνα το γαλλικό ύμνο που εμείς τον λέγαμε ελληνικά “Ώ παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί…”. Βάζω σ’ ένα έδρανο τις δυο σημαίες και ανοίγει η σκηνή. Δε βλέπω ούτε θέατρο, ούτε κόσμο, παίζω μια φορά τη μελωδία και μετά …πάρτον κάτω λιπόθυμο!“.
– – –
Ήθελα να αφοσιωθώ στο Σχολείο μου. Ήταν ένα όνειρο πολλών χρόνων αυτό το πράγμα. Πρώτα πρώτα έβλεπα ότι τέλειωνε το σαντούρι. Τώρα ξέρετε πόσες κοπέλες και αγόρια παίζουνε; Ήταν όνειρο ζωής για μένα να διδάξω 28 σαντούρια. Μπροστά σ αυτό δεν έβαζα τίποτα άλλο“.

Και τώρα ας τον απολαύσουμε από τη μουσική του…
 

 
 

Διαβάστε ακόμη…