Loading...

25 Μαρτίου 1826: Η Εποποιία της Κλείσοβας


Μοιραστείτε το άρθρο...

Στο αιματοπότιστο νησί
μια χούφτα παλληκάρια
το μέγα δένδρο ανάστησε
με τα χρυσά κλωνάρια.

Ω, Μεσολόγγι! Ω δόξας γη!
Κι αστράφτει στον αιώνα
Η Κλείσοβα, του ολόφωτου
μετώπου σου κορώνα!
Κωστής Παλαμάς, 1894

Με τους εμπνευσμένους αυτούς στίχους, ύμνησε και περιέγραψε παραστατικά όσο και επιγραμματικά ο εθνικός ποιητής και μεγάλος Μεσολογγίτης, ο μοναδικός Κωστής Παλαμάς, την ανεκτίμητη συμβολή της Κλείσοβας στην ανεπανάληπτη ιστορία του Μεσολογγίου.

Γράφει ο Ιωάννης Κατσαβός
Αξιωματικός (Ε)Π.Ν. Συγγραφέας – Ερευνητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας

Διότι δικαιωματικά το απαράμιλλο αυτό κατόρθωμα, αν και πέρασε στα «ψιλά» γράμματα της ιστορίας, επειδή επισκιάσθηκε απ’ το κορυφαίο μετά από λίγες ημέρες γεγονός της ηρωικής Εξόδου της αθάνατης φρουράς των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», αξιολογήθηκε ως το σημαντικότερο περιστατικό στη μεγάλη σειρά των περίλαμπρων μαχών και στρατηγημάτων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγίου.

Ο Ιμπραήμ, αφού κατ’ αρχήν αποβιβάσθηκε με τους Αιγυπτίους  του στις 12 Δεκεμβρίου 1825 στο Κρυονέρι, εν συνεχεία, στις 26 Δεκεμβρίου, στρατοπέδευσε έξω απ’ το Μεσολόγγι, υπερόπτης και κομπάζοντας για τα πρόσφατα κατορθώματά του στην Πελοπόννησο και παράλληλα σαρκάζοντας τον Κιουταχή που επί 8 μήνες μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να πάρει «μια φράχτη», όπως περιφρονητικά έλεγε για τα τείχη του Μεσολογγίου. Η αιχμή, μάλιστα, αυτή προκάλεσε οξύτατη διαμάχη μεταξύ των δύο αρχηγών, που κατέληξε στη μετάθεση της ευθύνης για την εκπόρθηση του Μεσολογγίου, απ’ τους Τούρκους στους Αιγύπτιους.

Σχέδια των αντιπάλων – Πεδίο της Μάχης

Αλλά μετά τις πρώτες αψιμαχίες και τις εν συνεχεία σοβαρότερες συγκρούσεις, όπου υπερίσχυσαν κατά κράτος οι αμυνόμενοι, με τα γνωστά εκτός των τειχών του Μεσολογγίου γιουρούσια, ο Ιμπραήμ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όπως τα υπολόγισε.

Αποφάσισε λοιπόν να ηγηθεί προσωπικώς της πρώτης ευρείας εκτάσεως  και επιμελώς συντονισμένης επιθέσεως από 12-16 Φεβρουαρίου 1826, η οποία όμως κατέληξε σε επονείδιστη ήττα με σοβαρότατες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Τότε πλέον συνειδητοποίησε ότι η πολιορκία του Μεσολογγίου ήταν καταδικασμένη σε μακρά παράταση, αν όχι σε πλήρη αποτυχία, εφ’ όσον απ’ τη μεριά της θάλασσας θα συνεχιζόταν, έστω και με δυσκολία, ο ανεφοδιασμός της πόλεως.

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα προσγείωσε τον Ιμπραήμ και τον ανάγκασε να συμφιλιωθεί με τον Κιουταχή, χωρίς όμως να πάψει και η μεταξύ τους αντιζηλία και από κοινού να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο καταλήψεως των νησίδων που φράσσουν από Νότια τη λιμνοθάλασσα και που είχαν οχυρώσει και επανδρώσει, όσο ήταν δυνατό, οι πολιουρκούμενοι, ενώ παράλληλα από τις 19 Φεβρουαρίου ο Αιγυπτιακός στόλος έκλεισε όλα τα περάσματα της λιμνοθάλασσας.

Η Επική Μάχη της Κλείσοβας – Έργο Α. Σακαλή

Έτσι, αφού διαδοχικά κυρίευσαν το Βασιλάδι στις 23 Φεβρουαρίου, τον Ντολμά στις 28 Φεβρουαρίου και εξανάγκασαν το Αιτωλικό να συνθηκολογήσει την 1η Μαρτίου, απέμεινε η Κλείσοβα ως μόνο εμπόδιο για τους Τουρκοαιγύπτιους. Η κατάληψή της κρινόταν απαραίτητη, τόσο για την εγκατάσταση κανονιοστασίων και προσβολή της πόλης και από το Νότο όσο και για την αποκοπή της μοναδικής πλέον οδού ανεφοδιασμού των πολιορκουμένων απ’ τη θάλασσα μέσω της «φάλσα-μπούκας», που βρισκόταν περίπου 2 χλμ. ανατολικά των σημερινών αλυκών Τουρλίδας.

Η Κλείσοβα την εποχή εκείνη είχε περίμετρο γύρω στα 300 βήματα, την είχαν δε περιβάλλει με πρόχωμα ύψους οργιάς, για να μην κατατρώγει η θάλασσα το νησί. Επίσης, για την οχύρωση του νησιού ο Κασομούλης μάς λέει: «Εσήκωσεν η φρουρά λοιπόν γύρωθεν της Εκκλησίας οχύρωμα έως 5 πόδας το πλάτος και έως 6 το ύψος. Ο τάφρος γύρωθεν έμεινε τόσος ανοικτός, όσον χώμα έλειψεν… Εστάλησαν και 2 πυροβόλα των 18 λίτρων και 2 μικρά των 6 και τα μεν δύο έστησαν (βλέποντα) κατά τα νησίδια, τα δε κατά το Μεσολόγγι»…

Στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος είχαν κατασκευάσει πολεμίστρες ολόγυρα απ’ τη στέγη αλλά και στο κωδωνοστάσιο. Ακόμη, η φρουρά γύρω σχεδόν απ’ το νησί είχε μπήξει σειρές από πασσάλους λίγο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να μην μπορούν να προσεγγίζουν στην ακτή τα εχθρικά πλοιάρια, ώστε ν’ αναγκάζονται οι άνδρες τους ν’ αποβιβάζονται μέσα στα νερά και πελαγωτά (θαλασσοβατούντες, όπως μας λένε οι ιστορικοί) να πλησιάζουν στη στεριά. Τέλος, στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Ανεμόμυλου – ήταν νησάκι τότε – και Κλείσοβας, που υπήρχε μικρός αυλέμονας (κανάλι), είχαν ταχθεί και υποστήριζαν το νησί οι μονοκάνονες μεσολογγίτικες πάσσαρες του Δημήτρη Βενδραμή ή Δενδραμή και του Κωσταντή Τρικούπη, που ήταν γνωστός, κατά την προσφιλή ανέκαθεν συνήθεια των Μεσολογγιτών, με το παρατσούκλι «Ναύαρχος Τούμπας».

Η φρουρά του νησιού αποτελούνταν από 120 περίπου άνδρες, μεταξύ των οποίων αρκετοί Μεσολογγίτες, κυρίως πυροβολητές, αλλά και μερικοί ψαράδες, που κατά τον Κασομούλη είχαν βρεθεί απ’ την προηγούμενη ημέρα στο νησί μήπως αλιέψουν κανένα ψάρι, προφανώς για το πατροπαράδοτο τραπέζι της 25ης Μαρτίου.

Σκηνές από την τελευταία πολιορκία και την Έξοδο του Μεσολογγίου

Φρούραρχος είχε ορισθεί ο Σωματάρχης – οπλαρχηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος απ’ το Βετέρνικο Τρικάλων με 70 άνδρες, ο οποίος όμως τρεις μέρες πριν είχε μεταφερθεί με γάϊτα επειγόντως στο Μεσολόγγι με υψηλό πυρετό και οξύτατους ρευματικούς πόνους. Γι’ αυτό, καθήκοντα φρουράρχου εκτελούσε ο Υποσωματάρχης Παναγιώτης Σωτηρόπουλος από τα Μεγάλα Λομποτινά, τη σημερινή Άνω Χώρα των Κραββάρων.  Ο Σωτηρόπουλος είχε ήδη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας διακριθεί για τη γενναιότητά του και είναι αυτός που πρώτος εφάρμοσε στο Μεσολόγγι την εξαιρετικά οδυνηρή, όπως αποδείχθηκε, για τους Τούρκους, μέθοδο των λαγουμιών, δηλαδή των υπονόμων πούσκαβαν οι πολιορκημένοι κάτω απ’ τους προμαχώνες των Τούρκων, «κλέβοντας» χώμα και ανατινάζοντάς τους εν συνεχεία στον αέρα μαζί με τους υπερασπιστές τους.

Άλλωστε ο Σωτηρόπουλος, κυρίως για να επιμεληθεί της οχυρώσεως του νησιού, είχε διορισθεί πριν λίγο καιρό με 26-30 άνδρες του στην Κλείσοβα, «ζηλωτής της εργασίας αυτής», σύμφωνα με τον Κασομούλη και «τερτιπιτζής εις τον πόλεμον», κατά τον Μακρυγιάννη. Ήταν δε αυτός ο εμπνευστής της τοποθετήσεως των πασσάλων στον υποθαλάσσιο χώρο μπροστά απ’ τα κράσπεδα του νησιού, που αποδείχθηκε κατά την εξέλιξη της μάχης σωτήρια.

Ο Ιμπραήμ, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του την άλωση των άλλων νησίδων, συγκατατέθηκε ν’ αφήσει τον Κιουταχή να εκπορθήσει την Κλείσοβα.

Έτσι λοιπόν ο τελευταίος, επικεφαλής τριών χιλιάδων και πλέον επίλεκτων ανδρών, τα χαράματα της 25ης Μαρτίου 1826, την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που προφανώς δεν ήταν τυχαία η επιλογή της, επωφελούμενος και της πρωινής καταχνιάς, αφού προς στιγμήν φαίνεται να κατευθύνεται προς τη νησίδα του Ανεμόμυλου και το Μεσολόγγι, αιφνίδια στρέφεται εναντίον της Κλείσοβας με πλοιάρια διαφόρων τύπων, τόσο απ’ τα Δυτικά απ’ τις κατευθύνσεις της Άσπρης Αλυκής, που προστέθηκαν ενισχύσεις, κι απ’ το Βασιλάδι, όσο κι απ’ τα Βόρεια με πεζοπόρα (θαλασσοβατούντα) τμήματα απ’ τη θέση Αρμυρικάκι – 1.000 μέτρα περίπου ανατολικά της πόλεως – και εν συνεχεία κατά μήκος των μικρών νησίδων, που καταλήγουν σχεδόν μέχρι την Κλείσοβα. Ο ψαράς ο Γκλόβανος απ’ το γυροβολίδι του βλέπει τον εχθρό να λάμνει και με τις φωνές του ξεσηκώνει τη φρουρά.

Ακολουθεί ο σφοδρός κανονιοβολισμός της νησίδας απ’ τα πλοιάρια, ενώ οι Τούρκοι προσεγγίζουν το νησί και εκτοξεύουν την πρώτη τους έφοδο. Τη στιγμή αυτή, ο Κίτσος Τζαβέλλας, βλέποντας απ’ την παραλία τα Καραγγελέϊκα (Μπαγιωργέϊκα), την εξέλιξη της μάχης, σπεύδει με άλλους 8 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Σουλιώτες, ο Υποσωματάρχης Κίτζος Πάσχος και ο Αξιωματικός Γεώργιος Ναβαρίκος, που λίγο αργότερα σκοτώθηκαν, και με τρεις γάϊτες, οδηγούμενες από τρία αμούστακα Μεσολογγιτόπουλα, αψηφώντας το καταιγιστικό πυρ του εχθρού, βγαίνει στο νησί και ενισχύει την φρουρά. Μάλιστα, τη στιγμή της αποβάσεως εχθρικό βόλι θραύει το σπαθί του ατρόμητου Σουλιώτη, ενώ δίπλα του σκοτώνεται ο Μεσολογγίτης γραμματικός του Σπύρος Μπακαντρέας. Τα κομμάτια του σπαθιού εν συνεχεία ο Τζαβέλλας τ’ αφιερώνει στην εικόνα της μεγαλόχαρης στην Εκκλησία και γονυπετής δακρύζοντας την ικετεύει να τους βοηθήσει να σωθούν απ’ τους Αγαρηνούς.

«Μόλις εμβήκεν μέσα (στο νησί) – γράφει ο Κασομούλης – ενέπνευσεν όλον το θάρρος εις τα παλληκάρια εκείνα».

Η νησίδα της Κλείσοβας στο Μεσολόγγι

Από κει και πέρα, ο καταξιωμένος Διοικητής της φρουράς Παναγιώτης Σωτηρόπουλος και ο ανδρείος κι έμπειρος εμψυχωτής των μαχητών Κίτσος Τζαβέλλας, σε μια υπέροχη και αρμονική σύζευξη των αναμφισβήτητων ηγετικών τους προσόντων και χάρη στη φιλία που τους συνέδεε, διευθύνουν με τα στιβαρά τους χέρια την άμυνα του νησιού και χαλυβδώνουν το φρόνημα των υπερασπιστών του, με αποτέλεσμα η μία μετά την άλλη να συντρίβονται οι λυσσώδεις επιθέσεις των αλλοθρήσκων.

Ο Διονύσιος Κόκκινος στο περισπούδαστο έργο του «Η ελληνική Επανάστασις» περιγράφει ως εξής την έναρξη της επιθέσεως των Τούρκων:

«Τα φέροντα τους Τούρκους μικρά λιμναία σκάφη επλησίασαν υπό τας βολάς των υπερασπιστών της νησίδος, αλλά εις απόστασιν ολίγων μέτρων από ταύτης επροχωρούσαν βραδέως, διότι τα νερά ήσαν πολύ ρηχά. Οι περισσότεροι απ’ τους Τούρκους στρατιώτας, επειδή ήσαν εκτεθειμένοι επί περισσοτέραν της υπολογισθείσης ώραν εις τους τουφεκοβολισμούς των Ελλήνων, επηδούσαν εις την θάλασσαν και ωθούσαν δια την ώμων προς τα εμπρός τα πλοιάρια, προφυλασσόμενοι ταυτοχρόνως όπισθεν τούτων από τας ελληνικάς σφαίρας».

Στην πρώτη ορμητική έφοδο του εχθρού δύο Αρβανίτες σημαιοφόροι πατούν την Κλείσοβα. Τους ακολουθούν και άλλοι. Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το περιμετρικό πρόσχωμα κενό, διότι ήδη οι δικοί μας, μπροστά στον διαγραφόμενο κίνδυνο να περικυκλωθούν, έχουν καταφύγει στην εκκλησία.

Όμως από εκεί τα βόλια των αμυνομένων είναι τόσο φονικά, ώστε οι εχθροί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να επιστρέψουν στις αρχικές τους θέσεις. Ο Κιουταχής, γενναίος και πείσμων, επιχειρεί ανεπιτυχώς μέχρι το μεσημέρι έξη (6) αλλεπάλληλες επιθέσεις, στη δε τελευταία, για να ενθαρρύνει τους άνδρες του, μπαίνει μπροστά ο ίδιος. Πληγώνεται όμως στο μηρό και αναγκάζεται να αποσυρθεί, γεγονός που στη συνέχεια, όταν μαθεύτηκε, συμπαρασύρει σε άτακτη φυγή και τα στρατεύματά του. Οι ηττημένες φάλαγγές του, κατησχυμένες και έχοντας εγκαταλείψει στο πεδίο μάχης πάνω από 1.500 νεκρούς και τραυματίες, συμπτύσσονται εν σπουδή κυρίως προς τα ανατολικά στο νησάκι της Μολόχας, ενώ ο στολισμός απ’ τη δυτική πλευρά εξακολουθεί την πολιορκία, συνεχίζοντας τον κανονιοβολισμό του ηρωικού νησιού.

Κατά τη διάρκεια της άνισης αυτής πάλης, η φρουρά του Μεσολογγίου παρακολουθώντας με αγωνία απ’ την παραλία την εξέλιξη του αγώνα και ανταποκρινόμενη σε έκκληση των υπερασπιστών του νησιού, προσπάθησε να στείλει ενισχύσεις και εφόδια. «Αλλ’ εν τω μεταξύ των πυκνών εχθρικών εφόδων – γράφει στα απομνημονεύματά του ο συμμετάσχων στην τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου και διασωθείς κατά την Έξοδο Ηπειρώτης Αρτέμιος Μίχος – ο γενναίος (Μεσολογγίτης) χιλίαρχος Καρακώστας Δροσίνης, έχων μεθ’ εαυτού και τον εξάδελφόν του Γεώργιον Κ. Βαλτινόν και πέντε στρατιώτας, εισελθών εις πλοιάριον εις το οποίον έθεσε και τινά βαρέλια ύδατος – κατά τον Κασομούλη και κιβώτια πυρομαχικών – διευθύνθη προς την Κλείσοβαν. Ο εχθρικός στόλος ορμά τότε κατ’ αυτών, (και) πυροβολεί δια μυδραλίων και τουφεκισμών. Αλλ’ ο ατρόμητος αυτός στρατιώτης, περιφρονών τον εχθρόν, προχωρεί ακαταπαύστως εν μέσω της χαλάζης των σφαιρών και πλησιάζει εις το νησίδιον. Τότε σφαίρα πυροβόλου προσβάλλει το πλοιάριον και διελθούσα από της πρύμνης εις την πρώραν, φονεύει τους τέσσαρας εκ των στρατιωτών και τους κωπηλάτας και βυθίζει το σκάφος. Οι διασωθέντες ρίπτονται εις την θάλασσαν, ωθούσι το πλοιάριον και ούτως εισέρχονται θριαμβευτικώς εις την Κλείσοβαν»:

Εδώ προστίθεται ότι το πριάρι οδηγούσε ο Μεσολογγίτης Πέτρος Γαλλιώτας ή «Αγγούρας» μαζί με τον 14χρονο γιό του Σωτήρη, που, όπως είδαμε παραπάνω, βρήκαν τραγικό θάνατο. Το παράδειγμα του Χιλίαρχου Δροσίνη αποπειράθηκαν και πολλοί άλλοι να ακολουθήσουν, όπως οι Γεώργιος Τζαβέλλας και Ιωάννης Τζαβέλλας, ο επονομαζόμενος Μπακατσέλος, και επίσης από το Επικουρικό Σώμα που πρόσφατα είχε συγκροτηθεί από 300 περίπου άνδρες υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα, αλλά και απ’ το Σώμα των Γελεκτζήδων, που αποτελούσαν 80-90 Μεσολογγιτόπουλα. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, επειδή ο εχθρός πολλαπλασίασε τις δυνάμεις του εκεί, και έτσι, όπως μας λέει ο Μίχος, «έμενον μακρόθεν τουφεκίζοντας, μη δυνάμενοι όμως να δώσωσι την παραμικράν βοήθειαν εις τους εντός του νησιδίου».

Κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση και κατ’ άλλους στην εν συνεχεία επέμβαση των Αιγυπτίων, η Μεσολογγίτικη πάσσαρα του Κωσταντή Τρικούπη, που μέχρι τότε κανονιοβολούσε ευστοχότατα τις εχθρικές θέσεις, κατατρυπημένη απ’ τις εχθρικές οβίδες βυθίζεται, ενώ ο ίδιος ο Τρικούπης τραυματίζεται σοβαρά, το δε πλήρωμα καταφεύγει στην Κλείσοβα.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ, βλέποντας με χαιρεκακία την αποτυχία του Κιουταχή, τον οποίον – κατά τον Παπαρρηγόπουλο – «ενέπαιξεν ανηλεώς», θεώρησε πρόσφορη την περίσταση ν’ αναλάβει αυτός τη συνέχιση του αγώνα, επωφελούμενος απ’ την κόπωση και τις απώλειες της φρουράς, που μέχρι τότε είχε χάσει περίπου το 1/3 της δυνάμεώς της, για να δρέψει ο ίδιος τις δάφνες της νίκης.

Διαλέγει λοιπόν ως επικεφαλής τον γαμπρό του, τον τολμηρό Χουσεΐν μπέη, πορθητή της Κρήτης, της Κάσσου, της Σφακτηρίας και μόλις προ ολίγου του Βασιλαδιού και ετοιμάζει 3.000 περίπου Αιγυπτίους.

Απ’ την πλευρά τώρα της φρουράς της πόλεως – όπως γράφει ο Στασινόπουλος στο έξοχο έργο του «ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ» – «προτείνεται ίνα, προς αντιπερισπασμόν, η φρουρά του Μεσολογγίου κάμη έφοδον προς τα εχθρικά χαρακώματα», αλλά δεν εγκρίνεται. Αποφασίζεται μόνον «να γίνη προς τους προμαχώνας δυνατός και συνεχής πυροβολισμός». Αρχίζει και προς στιγμήν αναστέλλεται η επιβίβασις των Αιγυπτίων, αλλ’ ο πυροβολισμός ενεργείται άνευ ζέσεως, διακόπτεται ανεπαισθήτως και ο εχθρός προχωρεί προς τον σκοπόν του».

Οι Αιγύπτιοι, λοιπόν, επιβιβασθέντες σε πλοιάρια, περικυκλώνουν την Κλείσοβα και ορμούν να την καταλάβουν.

Όμως το πυρ των πυροβολείων τούς δεκατίζει. Επιχειρούν 5 αλλεπάλληλες εφόδους, αλλά και τις 5 φόρες υποχωρούν μπρος στην ακατανίκητη ανδρεία και την ανεξάντλητη καρτερία των μαχητών της Κλείσοβας, οι οποίοι, ορμηνευθέντες κατάλληλα, πυροβολούν με αξιοσημείωτη επιτυχία, κυρίως εναντίον των Αξιωματικών των Αιγυπτίων – ιδίως Γάλλων –, που διακρίνονταν απ’ τις χρυσοποίκιλτες στολές τους.

Όμως το νερό και τα πολεμοφόδια πλησιάζουν να εξαντληθούν. «Αλλ’ εις την κρίσιμον ταύτην στιγμήν – συνεχίζει ο Στασινόπουλος – δίδεται νέα βοήθεια εις τους πολιορκουμένους. Ο 18ετής Μεσολογγίτης Ζαφείρης Ράπεσης φορτώνει ένα πριάρι νερό και πολεμοφόδια, πίπτει εις την θάλασσαν, κρύβεται πίσω από την πρύμνην του πριαρίου του, το σπρώχνει με τα χέρια, περνά από το μέσον των πολιορκητών και σώος φθάνει εις την Κλείσοβαν με το φορτίον του. Τον υποδέχονται με ευγνωμοσύνην και ο Τζαβέλλας τον φιλεί επανειλημμένα».

Για το ίδιο περιστατικό, ο πολεμιστής στο Μεσολόγγι και στην Κλείσοβα και ποιητής Γεώργιος Ζαλοκώστας, στο ποίημά του «Το Μεσολόγγι» και υπό τον τίτλο «Κλείσοβα», μας περιγράφει την εξής άκρως ενδιαφέρουσα σκηνή:

«Εν μέσω καπνού και πυρός διαβαίνον

με δύο ανδρείους μονόξυλλον φθάνει.

Ο εις είναι κόρη. Ωραία Ελένη.

Ω! τις εις κρατήρα πολέμων αγρίων,

τις σ’ έφερε δαίμων;»

Και συνεχίζει:

«Πηδώσ’ αποβαίνει

με την ποδιάν της μεστήν φυσιγγίων».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ανωτέρω της συμβολής και Μεσολογγιτισσών στην Εποποιία της Κλείσοβας.

Γύρω στη δύση του ηλίου οι ηρωικοί υπερασπιστές, αναμένοντας νέα σφοδρότερη έφοδο, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το πρόχωμα και να καταφύγουν στην Εκκλησία. Πράγματι, σε λίγοι οι εχθροί εφορμούν για έκτη φορά, αποφασισμένοι με κάθε θυσία να καταλάβουν το νησί. Ο ίδιος ο Χουσεΐν, λαμποκοπώντας μες στην πλουμιστή στολή του, «αστράπτων» – κατά τον Στασινόπουλο «από τον χρυσόν και τους πολυτίμους λίθους», σηκώνεται όρθιος στην πρασινοχρωματισμένη λέμβο του και παροτρύνει τους άνδρες του. Κατά κακή του όμως τύχη τον επισημαίνουν οι καταφυγόντες στην Εκκλησία, απ’ όπου, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος – «άριστος σκοπευτής ων», όπως γράφει στην ιστορία του ο Μεσολογγίτης της Στρατηγός Νικόλαος Μακρής – τον πυροβολεί και τον σωριάζει νεκρό. Η Λέμβος αποσύρεται και δίδει έτσι το σύνθημα της γενικής υποχωρήσεως στις εχθρικές γραμμές. Η φρουρά ενισχυμένη και με το επικουρικό σώμα, τους καταπυροβολεί και με επικεφαλής τον Κίτσο Τζαβέλλα εξορμά και τους καταδιώκει, σφάζοντας όσους είχαν βγει στο πρόχωμα και κυνηγώντας τους άλλους μες στη λιμνοθάλασσα, οι οποίοι πανικόβλητοι διασκορπίζονται. Ευτυχώς γι’ αυτούς η νύκτα που άρχισε να πέφτει σταματάει την απηνή καταδίωξή τους.

«Την επαύριον οι Έλληνες – γράφει ο Αρτέμιος Μίχος – περιερχόμενοι τα μικρά νησίδια τα περί την Κλείσοβαν, εύρισκον πολλούς των τακτικών Αράβων, οίτινες είχον περιπλανηθεί κατά την μάχην, εκ των οποίων άλλους με εφόνευον, άλλους δε ζώντας μετέφερον εις το Μεσολόγγιον». Συνέβη δε κατά το κυνήγιον τούτο των φυγάδων – συνεχίζει ο Μίχος – το εξής γεγονός, δυνάμενον να χαρακτηρίσει τον πανικόν, όστις είχε καταλάβει τους Άραβας διαρκούσης της μάχης. Εις στρατιώτης, εκ του σώματος του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, Ευστάθιος το όνομα, εκ της Λεβαδείας, συνηντήθη εις τα μικρά ταύτα νησίδια μετά 4 Αράβων οπλισμένων. μόλις του είδεν, ητοιμάσθη να οπισθοδρομήσει, καθ’ ο μόνος, αλλά ταυτοχρόνως οι Άραβες άρχισαν να φωνάζωσι προς αυτόν: «ράι καπετάνε» (δηλαδή παραδιδόμεθα). τότε λαβών θάρρος ο στρατιώτης, πλησιάζει προς αυτούς, τους αφοπλίζει, φονεύει εξ αυτών τους δύο, τους δ’ άλλους δύο φέρει ζώντας εις το Μεσολόγγιον».

Ο Κασομούλης δίνει επίσης μία συνταρακτική εικόνα των σκηνών που επακολούθησαν την επομένη: «Η φρουρά όλη έτρεχεν και εφιλούσεν τους σωθέντας συναδέλφους των εις την Κλείσοβαν. Όλοι επήγαν δια να ιδούν το τρομερόν θέαμα την αυγήν. Επήγα και μόνος μου, αφού τους εφίλησα επαρατήρησα και είδα γύρωθεν επτά σωρούς φονευμένους και στιβασμένους ο ένας επάνω στον άλλον, οίτινες ήταν οι φύλακες των σημαιών, φονευόμενοι καθ’ όν χρόνον έτρεχαν να φυλάξουν τας σημαίας. Οι σωροί απείχον έως μίαν οργυιάν από τον τάφρον, τόσον είχαν πλησιάσει. Η λίμνη ήταν σκεπασμένη από τα πτώματα έως μίαν βολήν μακράν και πλέοντα εκυμάτιζαν ωσάν φροκαλίδια επάνω εις την ακρογιαλιάν. Έως την άκραν της λίμνης προς το μέρος του Βοχωρίου και έως απέναντι της Κλείσοβας, έβλεπεν σποράδην κανένας πτώματα, έως 2.500 περίπου, εκτός των όσων εσυνελάμβανον οι πλοιαροκονταρισταί ζώντας την αυγήν, ζητώντας την συμπάθειάν των…».

Ο Αρτέμιος Μίχος αναφέρει ακόμη ότι «1.500 λογχοφόρα όπλα του τακτικού Αιγυπτιακού Στρατού και υπέρ τας 100 καραμπίνας και άλλα τόσα ξίφη Αξιωματικών, 13 σημαίας της ημισελήνου και 10 τύμπανα και άλλα πάμπολλα λάφυρα απετέλεσαν το Ελληνικόν Τρόπαιον».

Ο δε ηρωικός Παπαδιαμαντόπουλος, ο Πρόεδρος της Τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής της Δυτικής Ελλάδος με έδρα το Μεσολόγγι, που λίγο αργότερα κατά την Έξοδο της φρουράς σκοτώθηκε, σε επιστολή του την επομένη 26 Μαρτίου προς τους «φιλογενεστάτους Ζακυνθίους», συμπληρώνει μεταξύ των λαφύρων και 5 λαντζόνια (ευμεγέθη πλοιάρια).

Αντιπαρερχόμαστε και άλλα περιστατικά που χαρακτηρίζουν την πανωλεθρία που υπέστησαν τότε οι Τουρκοαιγύπτιοι και θα μνημονεύσουμε μόνον την εκτίμηση του Στασινόπουλου, κατά την οποία «Οι Τουρκοαιγύπτιοι είχαν καταληφθεί υπό τόσον πανικού, ώστε εάν οι πολιορκούμενοι απεφάσιζον να κάμουν την Έξοδον την νύκτα εκείνην, όλοι θα εσώζοντο και κανείς δεν θα έπιπτε».

Έτσι έληξε, με τη βοήθεια της θεομήτωρος, η «πανήμερος», όπως ονομάσθηκε η μάχη της Κλείσοβας, επειδή κράτησε απ’ τα χαράματα μέχρι το σούρουπο της 25ης Μαρτίου 1826, που στοίχισε στους δικούς μας γύρω στους 50 ηρωικούς νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ των οποίων ήταν και αρκετοί Μεσολογγίτες.

Όπως δε αναφέρει ο Μεσολογγίτης ιστορικός και μετέπειτα πρωθυπουργός Σπ. Τρικούπης: «ήρως αυτόχρημα ανεδείχθη πας πολεμιστής της Κλείσοβας». Εδώ θα επαναλάβουμε ότι στο πλευρό των ανδρών πολέμησαν ηρωικά και Μεσολογγίτισσες, με ιδιαίτερα διακριθείσες την Τασούλα Γυφτογιάννη και την Χρυσηίδα Καραγγελέ-Κοντζάκαρη (Μπαγιώργα).

Η πολυθρύλητη μάχη της Κλείσοβας, αν θεωρηθεί αυτοτελώς και ανεξάρτητα απ’ τα τόσα άλλα περίλαμπρα περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγίου, αναμφίβολα θα πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές και πολυαίμακτες συγκρούσεις των αντιπάλων κατά τον ιερό αγώνα της φυλής. Η τρομακτική φθορά που υπέστησαν τα στίφη των Τουρκοαιγύπτιων, μόνον με την νίλα της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια τον Ιούλιο του 1822 απ’ τον Κολοκοτρώνη μπορεί να παραβληθεί.

Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι έναντι 130 περίπου ηρωικών προμάχων της, η υπεροχή του εχθρού σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικά μέσα ήταν όχι απλώς συντριπτική αλλά πρωτοφανής (1:25 αναφέρουν οι ιστορικοί), το έπος της Κλείσοβας θα πρέπει χωρίς υπερβολή να αποτελεί ίσως – τηρουμένων των αναλογιών – το μοναδικό νικηφόρο περιστατικό στην πολεμική ιστορία, όχι μόνο την ελληνική αλλά ακόμη και την παγκόσμια.

Δυστυχώς, η περιφανής αυτή νίκη που έστεψε τα ιερά όπλα των γενναίων υπερασπιστών της δεν είχε την αναμενόμενη συνέχεια, όπως άλλωστε ο ίδιος ο Μπραΐμης σ’ ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας ομολόγησε μετά από λίγο καιρό στον Γάλλο Ναύαρχο Δεριγνύ: «Βλέπεις πώς λιώνουν τα χιόνια εκείνων των βουνών; Έτσι ακριβώς θα λιώναμε κι εμείς αν το Μεσολόγγι είχε τρόφιμα για κάμποσες μέρες».

Από τυχαίο περιστατικό, ο Ελληνικός στόλος με τον άφθαστο Μιαούλη στις αμέσως επόμενες ημέρες δεν μπόρεσε να ανεφοδιάσει με τρόφιμα τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» κι έτσι ότι δεν κατόρθωσαν τα πολυάριθμα ασκέρια του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, το πέτυχε η πείνα, «αυτή η μαύρη και απαίσια στρίγγλα», κατά τον χρονικογράφο, με τα γνωστά επακόλουθα.

Έτσι η Κλείσοβα δεν έπεσε. Πατήθηκε απ’ τον εχθρό μετά την Έξοδο, όταν δεν υπήρχε πια Μεσολόγγι.

Και για να κλείσουμε τα σχετικά με την φρουρά της Κλείσοβας, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το Σχέδιο της Εξόδου, το Σώμα της Κλείσοβας, με τους αρχηγούς του Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, αποχώρησε την ίδια νύχτα, με πλοιάρια, απ’ το νησί και κατέλαβε το δεξιό πλευρό των εξερχομένων δίπλα στη φάλαγγα των γυναικοπαίδων, υπέστη δε σοβαρότατες απώλειες, αντιμετωπίζοντας αρχικά το Ιππικό των Αιγυπτίων και εν συνεχεία την ενέδρα των Αλβανών κοντά στον Άη-Συμιό.

Ο Κασομούλης (ό.π. σ. 283) αναφέρει ότι «από τους 76 άνδρες του Χ. Χ. έμειναν μόνον 17-20».

Αξίζει τέλος να μνημονευτεί και η σύγκριση που έκανε ο γνωστός οπλαρχηγός Σουρμελής, όταν ύστερα από ένα χρόνο, συμμετέχοντας το 1827 στην πολιορκία της Ακροπόλεως, εξοργισμένος από σχετική ιταμή πρόκληση συναδέλφων του, απάντησε όπως μας περιγράφει ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά»: «Μιας ημέρας μόνον μίαν πράξιν εκείνης της Φρουράς (του Μεσολογγίου), και να μάσης όλαις ταις πράξεις της Φρουράς αυτής (της Ακροπόλεως) και τριών ακόμη χρόνων (καθ’ υπόθεσιν) δεν συγκρίνεται. Δεν εννοώ (το κατόρθωμα) της Εξόδου…, αλλά μόνον της Κλείσοβας (την μάχην θα ήρκει) να έχης κατά νουν».


Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Χ. Αγγελομάτη: «Το Μεσολόγγι στο Σταυροδρόμι της Δόξης». Αθήνα, 1973.
  • Κ. Αλεξανδρή: Αι ναυτικαί επιχειρήσεις του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος 1821-29. Αθήναι, 1930.
  • Αντ. Αντωνιάδη: «Μεσολογγιάς» Έπος ιστορικόν. Αθήναι, 1876.
  • Π. Αργυρόπουλου: «Αι τρεις Πολιορκίαι του Μεσολογγίου και η Έξοδος της Φρουράς αυτού». Αθήναι, 1926.
  • Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης.
  • Ζώη Βλασσοπούλου: «Η Τελευταία Νυξ του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1895.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ).
  • Αν. Γούδα- «Βίοι Παράλληλοι». Αθήναι, 1872.
  • Σ. Θεοφανίδη: Ιστορία του Ελληνικού Ναυτικού». Αθήναι, 1932.
  • Κανέλλου Δεληγιάννη: «Απομνημονεύματα». Αθήναι, 1854.
  • Χρ. Ευαγγελάτου: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.
  • Γ. Ζαλοκώστα: «Κλείσοβα» ποίημα. Αθήναι, 1850.
  • Ιωαν. Ιωαννίδη: «Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου». Μεσολόγγιον, 1926.
  • Νικ. Κασομούλη: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων». Αθήναι, 1939-1942.
  • Διον. Κόκκινου: «Η Ελληνική Επανάστασις». Αθήναι, 1956-1960.
  • Ν. Κολόμβα: «Η Εποποιΐα της Κλείσοβας». Αθήνα, 1996.
  • Λάμπρου Κουτσονίκα: «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1863.
  • Κ. Κώνστα: «Άπαντα» Τόμος 1ος, Αθήνα, 1991.
  • Τ. Λάππα: «Δοξασμένη Έξοδος», Αθήνα, 1960.
  • Ιωαν. Λούβρου: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Αθήναι, 1955.
  • Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ: «Ελληνικά Χρονικά». Αθήναι, 1926.
  • Νικ. Μακρή: «Ιστορία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1959.
  • Οδυσ. Μαρούλη: «Τελευταία Πολιορκία του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1925.
  • «Μεσολόγγι» Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Αθήναι, 1976.
  • Φάνη Μιχαλόπουλου: «Οι Τελευταίες Στιγμές του Μεσολογγίου», Αθήναι, 1957.
  • Αρτεμίου Μίχου: «Απομνημονεύματα της Β’ Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1956.
  • Κωστή Παλαμά: «Στην Κλείσοβα». Επίγραμμα. Μεσολόγγι, 1894.
  • Ευαγ. Παντελίδη: «Πολιορκία και Έξοδος του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1904.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους». Αθήναι, 1932.
  • Κ. Πετροπούλου: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου». Αθήναι 1971.
  • Εμμ. Πρωτοψάλτη: «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου». Αθήναι 1964.
  • Ι. Ράγκου: «Μελέτη περί της Ιεράς Επαναστάσεως». Αθήναι, 1902.
  • Ν. Σπηλιάδου: Απομνημονεύματα του ’21». Αθήναι, 1852-1859.
  • Σπυρομήλιου: «Απομνημονεύματα της Β’ Πολιορκίας του Μεσολογγίου». Αθήναι, 1883.
  • Κ. Στασινόπουλου: «Το Μεσολόγγι». Αθήναι, 1925.
  • Σπυρίδωνος Τρικούπη: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως». Αθήναι, 1888.
  • Γ. Τσατσάνη: «Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ο Ήρωας της Κλείσοβας. Αθήναι, 1960.
  • Στεφ. Τσίντζου: Το Μεσολόγγι Κοιτίς της ελευθερίας». Αθήναι, 1936.
  • Νικήτα Φιλιππόπουλου: «Το Μεσολόγγι στο διάβα του χρόνου». Αγρίνιο, 2003.
  • Δημήτρη Φωτιάδη: «Μεσολόγγι». Αθήναι, 1958.





Μοιραστείτε το άρθρο...
Ετικέτες: # # #

Newsroom

Σκοπός μας είναι η προβολή και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς, του περιβαλλοντικού πλούτου καθώς και της πολιτιστικής και πολιτισμικής παράδοσής μας. Στόχος μας είναι η ενημέρωση των επισκεπτών και η έμπρακτη συμβολή ούτως ώστε ο νομός Αιτωλοακαρνανίας να γίνει ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός.
iAitoloakarnania.gr

Φανταστικά τοπία, σπουδαία ιστορία, υπέροχοι άνθρωποι!