Τι είναι αυτό που θα προκύψει το 2019, έτος διεξαγωγής τοπικών-περιφερειακών, εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών, λίγοι ασφαλώς μπορούν να προβλέψουν.

Γράφει ο Νίκος Χούτας*

Έπειτα από μία δεκαετία ανατροπών αυτό που υποθέτει κανείς είναι ότι η εμπειρία των ανατρεπτικών αυτών χρόνων της βίαιης προσαρμογής σε νέα περισσότερο περιοριστικά δεδομένα για την ευημερία και την ποιότητα ζωής των πολιτών, πρόκειται να αποτυπωθεί σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Στον αντίποδα η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η εγγύτερη μορφή εξουσίας, σε συνθήκες παρατεταμένης εθνικής κρίσης υπήρξε παράγοντας συνοχής μιας κοινωνίας που έχασε το 30% του πλούτου της και προσπαθεί ακόμα να βρει τον βηματισμό της σε συνθήκες αδιόρατου προσανατολισμού και ασφυκτικής στασιμότητας. Δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί η αλληλεγγύη και η στήριξη που παρείχαν οι τοπικοί και περιφερειακοί αυτοδιοικητικοί φορείς προς τις ευάλωτες οικονομικά και κοινωνικά ομάδες και παρά τις μεγάλες απώλειες επενδυτικών κεφαλαίων, εσόδων και κρατικών ενισχύσεων.

Από το Πρόγραμμα «Ι. Καποδίστριας» Ν.2539/1997 το οποίο απέβλεπε στην ενίσχυση του πολιτικού, διοικητικού και αναπτυξιακού ρόλου των ΟΤΑ έως την ψήφιση του «Καλλικράτη» Ν.3852/2010 που στόχευε στην εκπλήρωση των συνταγματικών επιταγών της αναθεώρησης του 2001, στην αντιμετώπιση της δημοσιονομικής εκτροπής που είχε ήδη ξεκινήσει και στην εφαρμογή ευρωπαϊκών αυτοδιοικητικών πρακτικών και το πρόσφατο Πρόγραμμα «Κλεισθένης Ι» Ν.4555/2018 το οποίο αποσκοπεί κατά τους συντάκτες του στη δημοκρατική εμβάθυνση, οι αυτοδιοικητικές εκλογές υλοποιούνται σε ολότελα διαφορετικές κάθε φορά περιστάσεις.

Τα είκοσι αυτά χρόνια η αυτοδιοίκηση διένυσε αρκετό δρόμο αναβαθμίζοντας τον ρόλο της αν και το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον αλλά και η πολιτική χειραγώγηση τον κατέστησε θολό. Λείπει εξάλλου εμφανέστατα η υιοθέτηση οργανωτικών μοντέλων που θα διευκολύνουν την άσκηση της τοπικής εξουσίας ενώ η οικονομική αυτοτέλεια, διαχρονικό αίτημα των αιρετών της αυτοδιοίκησης, αντιμετωπίζεται με διαπαραταξιακή καχυποψία. Στην ελληνική αυτοδιοίκηση αναμφισβήτητα απουσιάζουν οι οριστικές λύσεις, πάνω στην αρχή της επικουρικότητας. Η άσκηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων π.χ. στα πεδία της κοινωνικής πρόνοιας, της δημόσιας εκπαίδευσης και του περιβάλλοντος, συνοδευόμενων από την ανάληψη τοπικών αναπτυξιακών δράσεων, μοιάζει μακρινή κατάκτηση.

Οι τοπικές κοινωνίες δυσχεραίνονται να κεφαλαιοποιήσουν προς όφελός τους τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα αφού είναι άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένες από έναν κρατικό μηχανισμό που κατά κύριο λόγο υπηρετεί μια διογκωμένη γραφειοκρατία η οποία σε αρκετές περιπτώσεις μοιάζει πραγματικά να κυβερνά αυτό τον τόπο. Έτσι όποιες απόπειρες αναδιοργάνωσης του θεσμού της αυτοδιοίκησης δεν αμβλύνουν την γραφειοκρατική κυριαρχία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένες να αποτύχουν. Ωστόσο ακόμα κι’ αν οι βέλτιστες προτάσεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, βρουν τελικά την οδό της θεσμοθέτησής τους, τότε αυτό το οποίο θα έχει συντελεστεί είναι ένας θεσμικός αναχρονισμός και όχι μια μεταρρύθμιση στην σωστή της ώρα.

Τα σύγχρονα διλήμματα για τις τοπικές κοινωνίες και τις αιρετές αρχές τους είναι περισσότερο σύνθετα και απείρως πιο κρίσιμα από μια αλλαγή του εκλογικού συστήματος σε δεδομένο χρόνο ή του τρόπου κατανομής των κρατικών επιχορηγήσεων, τόσο που μάλλον δύσκολα θα ενσωματωθούν με ουσιαστικό τρόπο στην προεκλογική συζήτηση.

Οι διαταραχές της κλιματικής ισορροπίας με επιδράσεις στη λειτουργία του οικοσυστήματος, βρίσκονται στο επίκεντρο των επιστημονικών αναλύσεων αναφορικά με την ετοιμότητα των κοινωνιών έναντι των ακραίων καιρικών φαινομένων που εκδηλώνονται σε συχνή βάση αλλά και των αναγκαίων μετατροπών της ενεργειακής στάσης και συμπεριφοράς σε ατομικό και συλλογικό πλαίσιο. Το καλοκαίρι του 2018 με τις καταστροφές στο Μάτι και αλλού είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό του μεγέθους των προκλήσεων μεταξύ άλλων και για την τοπική διακυβέρνηση. Παραδόξως πώς, αυτά τα θέματα βρίσκονται συνήθως μακρυά από τον πυρήνα της ατζέντας των τοπικών ζητημάτων, θεωρούμενα ως προβλήματα με υπερτοπική / υπερεθνική διάσταση και ευθύνη. Έχουν όμως οι τοπικές κοινωνίες την πολυτέλεια να παρακολουθούν παθητικά την κλιματική αλλαγή χωρίς να δοκιμαστούν στους όρους προσαρμογής της Η απόκριση είναι όχι. Κι αν για τους δήμους με αστική πύκνωση οι αλλαγές στο κλίμα επιβάλουν την πλήρη ενεργοποίηση προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας, εις ότι αφορά τους μικρούς και μεσαίους δήμους της περιφέρειας, τα πράγματα είναι οπωσδήποτε διαφορετικά. Καταρχάς διότι στις περιοχές αυτές  διαφυλάττεται ο φυσικός πλούτος, το ζωικό κεφάλαιο και φυτικά είδη. Η βιώσιμη διαχείριση τους απαιτεί οικολογική συνειδητοποίηση, ενίσχυση του παραγωγικού κλάδου με τη χρήση νέων τεχνολογιών και πρωτοβουλίες διόρθωσης των περιφερειακών ανισοτήτων που γεννούν συνθήκες ανισοκατανομής του πλούτου σε βάρος των εκπροσώπων της πρωτογενούς παραγωγής. Το νομοθετικό πλαίσιο των ενεργειακών κοινοτήτων (Ν.4513/2018) π.χ., δίνει αυξημένες δυνατότητες σε σχέση με την ενίσχυση της ενεργειακής αειφορίας σε περιοχές της περιφέρειας. Εάν δεν ληφθούν μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση τότε η ερημοποίηση μεγάλων τμημάτων της ελληνικής υπαίθρου θα είναι θέμα χρόνου.

Η αντιστροφή του αρνητικού πληθυσμιακού ισοζυγίου καθώς και η διατήρηση των οικολογικών αποθεμάτων είναι δύο παράλληλες προκλήσεις με τις οποίες πρόκειται να αναμετρηθούν οι τοπικές κοινωνίες τα επόμενα χρόνια. Οι πολιτικές της αυτοδιοίκησης επανακαθορίζοντας την δημόσια αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία, την ατομική και συλλογική αυτονομία με το βλέμμα στις επόμενες γενιές, είναι πέρα από αυτονόητο ότι πρέπει να είναι προσανατολισμένες στην περιβαλλοντική προβληματική, στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας και στη βιωσιμότητα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που θα διεξάγονται με όρους ενεργειακής δημοκρατίας, απομακρύνοντας τις προϋποθέσεις γήρανσης της υπαίθρου και διασφαλίζοντας την εξέλιξη και τις προοπτικές των τοπικών κοινωνιών.

*Ο Νίκος Χούτας είναι δρ. Νεότερης Ιστορίας και Αντιδήμαρχος Αμφιλοχίας