Loading...

Η στρατηγική αξία του φρουρίου ή κάστρου της Ιερής Πόλης Μεσολογγίου


Μοιραστείτε το άρθρο...

Η παρούσα σύντομη επισκόπηση της ιστορίας του φρουρίου ή κάστρου της Ιερής Πόλης του Μεσολογγί­ου αποβλέπει στην περιληπτική έκθεση των κυριοτέρων σταδίων από την ανέγερσή του μέχρι και σήμερα και δεν φιλοδοξεί να χαρακτηρισθεί ως εμπεριστατωμένη και διεξοδική μελέτη. Κρίθηκε εντούτοις σκόπιμο, για την πληρέστερη παρουσίαση του αντικειμένου μας, να προηγηθεί μια συνοπτική, κατά το δυνατόν, έκθεση σχετικά με τη στρατηγική αξία της πόλης, κατά την περίοδο της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας του 1821.

Γράφει ο Ιωάννης Κατσαβός
Αξιωματικός ΠΝ, Συγγραφέας – Ερευνητής- Ιστορικός

Στρατηγική αξία της πόλης

Το Μεσολόγγι στα χρόνια εκείνα, αριθμώντας έναν σχετικώς ευημερούντα πληθυσμό περίπου 5.000 ψυχών, συνιστούσε αξιόλογη στρατηγική θέση. Κτισμένο σε μια λωρίδα γης που εισχωρούσε στην ομώνυμη λιμνοθάλασ­σα, αποτελούσε σημαντικό κόμβο, αλλά και σοβαρό κώ­λυμα στη δυτική χερσαία οδό της Στερεάς Ελλάδας, την οποία ακολουθούσαν οι τουρκικές ορδές, προερχόμενες κυρίως από την Ήπειρο και κατευθυνόμενες είτε στον Μοριά προς πάταξη της επανάστασης, είτε και προς την Ανατολική Χέρσο Ελλάδα – Αττική. Αυτή, άλλωστε, η διαδρομή είχε επαναληφθεί και κατά το παρελθόν, από τα στίφη των Τουρκαλβανών, τόσο το 1715 στον τελευταίο Βενετοτουρκικό πόλεμο 1714-1718, όσο και στα Ορλωφικά του 1770 κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο 1768-1774, όταν η πόλη απροπαράσκευη είχε και στις δυο πε­ριπτώσεις λεηλατηθεί και καταστραφεί.

Το γεγονός όμως ότι το έδαφος, που ήταν αναπτυγμέ­νη η πόλη ήταν εξ ολοκλήρου πεδινό και δεν παρεμβαλ­λόταν κανένα φυσικό εμπόδιο, την καθιστούσε εξαιρετι­κά ευάλωτη από τον βορρά και σχετικά ευάλωτη από την ανατολή, λόγω του εκεί βαλτώδους εδάφους. Αντιθέτως, από τις άλλες κατευθύνσεις, η παρεμβαλλόμενη ρηχή λι­μνοθάλασσα που εκτεινόταν νότια και δυτικά της πόλης σε μήκος περίπου 5 χλμ. μέχρι τον Πατραϊκό κόλπο, δη­μιουργούσε ένα αρκετά αποτελεσματικό εμπόδιο, επει­δή αφ’ ενός μεν δεν επέτρεπε την προσέγγιση πολεμικών πλοίων για την απόβαση δυνάμεων, αφ’ ετέρου δε, απέ­τρεπε, λόγω απόστασης, την προσβολή της πόλης με τα πυρά των ναυτικών πυροβόλων τους.

Η κύρια θαλάσσια δίοδος πλοίων, σχετικώς μικρού εκτοπίσματος, προς την πόλη, γνωστή μόνο στους ναυ­τικούς και ψαράδες της περιοχής, ήταν δυνατή από ύφα­λο αύλακα (αυλαίμονα), ο οποίος άρχιζε από τη νησίδα του Άη-Σώστη σε επαφή με τον Πατραϊκό κόλπο και κατευθυνόταν Β.Α. σε απόσταση περίπου 2 χλμ., όπου συ­ναντούσε τη νησίδα του Βασιλαδιού, σε απόσταση περί τα 3 χλμ. από την πόλη και από εκεί διακλαδιζόταν τό­σο προς το Μεσολόγγι όσο και προς το Αιτωλικό. Το Βασιλάδι, όμως, είχε οχυρωθεί το 1804 από τους Τούρκους (Αλή Πασάς) εν όψει του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1805, προς απόκρουση ενδεχόμενης επίθεσης του ρωσικού στόλου κι έτσι οι Μεσολογγίτες το 1821 βρήκαν σχεδόν έτοιμο και ανέπαφο οχυρό στην πλέον επίκαιρη θέση της λιμνοθάλασσας.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι και το νησάκι της Κλείσοβας, στην ανατολική πλευρά της λιμνοθάλασσας περί τα 2 χλμ. Ν.Α. από την πόλη, έλεγχε έναν ακόμη μι­κρό δίαυλο (αυλαίμονα), που είχε την αφετηρία του στη «φάλτσα μπούκα», δηλαδή σε αφανές ή αδιόρατο στόμιο (είσοδο) από τον Πατραϊκό κόλπο στη λιμνοθάλασσα.

Τέλος, η νησίδα του Προκοπάνιστου δυτικά του Άη-Σώστη, έφραζε κι αυτή ένα μικρό δίαυλο (αυλαίμονα) ει­σόδου στη λιμνοθάλασσα, στην νοτιοδυτική πλευρά.              

 

Οι οχυρώσεις του Μεσολογγίου

Περίοδος 1821-22

Οι Μεσολογγίτες, με την κήρυξη της Επανάστασης στην πόλη τους (20 Μαΐου 1821), αντιλαμβανόμενοι την επείγουσα ανάγκη οχύρωσής της και πρωτοστατούντος του εκλεγμένου αρχηγού των «Εντοπίων Αρμάτων» Αθα­νασίου Ραζηκότσικα, προέβησαν από την 1η Ιουνίου 1821 έως 8 Αυγούστου του ιδίου έτους στην κατασκευή πρό­χειρης οχύρωσης, η οποία περιέβαλε την πόλη από βορρά και ανατολή. Αυτή αποτελείτο από ανάχωμα ύψους 1,20 μ. με στοιχειώδη τοιχεία, καθώς και τάφρο πλάτους 2,50 μ. και βάθους 1,50 μ. Η οχύρωση εκτεινόταν σε μήκος πε­ρίπου 1.500 μέτρων και κατέληγε στο δυτικό και στο νό­τιο άκρο στη λιμνοθάλασσα, ενώ η τάφρος γέμιζε κατά το μεγαλύτερο μέρος με θαλάσσιο νερό κι έτσι το Μεσολόγ­γι μεταβαλλόταν τρόπον τινά σε νησί. Ας ληφθεί υπ’ όψη ότι οι Μεσολογγίτες κατασκεύασαν αυτήν την οχύρωση χωρίς οικονομική ενίσχυση από την Κεντρική Διοίκηση, αλλά με εράνους μεταξύ τους και προσωπική εργασία σύμπαντος του πληθυσμού.

Ήταν, κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη:

«Τείχος απύργωτον επί σαθρών θεμελίων, τεσσά­ρων ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον, εν μέρει πέτρινον και εν μέρει πλίνθινον, εφ’ ου έκειντο 14 παλαιά κανόνια σιδηρά».

Επίσης και ο Γάλλος φιλέλληνας και τεχνικός αξιωματικός Maxime Raybaud, ο οποίος συνόδευε τον Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι τον Ιούλιο του 1821, περι­γράφει στο χρονικό του, Mèmoires sur la Grèce, Paris 1825, ότι βρέθηκε μπροστά σε πυρετώδεις οχυρωματι­κές εργασίες:

«Υπήρχε ένα μικρό τείχος με επάλξεις, ανίσχυρο να αντιμετωπίσει την δράση και του πιο ελαφρού πυρο­βολικού. Έσκαβαν τάφρο, που Θα κατακλυζόταν από τα νερά της θάλασσας, ώστε η πόλη να αποχωρίζε­ται από τη στεριά».

Ακόμη ο Ιταλός αξιωματικός Batista Brengeri, που ακολούθησε τον Μαυροκορδάτο μετά την καταστροφή του Πέ­τα (4/7/1822) και ο οποίος έζησε τα περιστατικά της Α’ Πολιορκίας (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1822) στο Μεσολόγγι, στο ημερολόγιό του Adventures of a foreigner in Greece, London Magazine (Αύγουστος 1826-Ιανουάρι­ος 1827) γράφει:

«Η οχύρωση του Μεσολογγίου, που έγινε στην αρχή του ξεσηκωμού ήταν μια τάφρος οχτώ πόδια πλά­τος και έξη βάθος κι ένα πλιθοτοίχι πέντε μόλις πόδια ύψος. Από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκε πως ήταν αδύνατη η αναχαίτιση του εχθρού με τέτοιες οχυρώσεις».

Τέλος και ο Αλ. Μαυροκορδάτος θα παρατηρήσει σε γράμμα του από 17 Σεπτεμβρίου 1822 προς τον Γ. Βαρνακιώτη «όταν είδα το μωρόν και ανόητον σχέδιον της οχυρώσεως του Μεσολογγίου έγινα άλλος εξ άλλου».

Πάντως και ο ίδιος, μη έχοντας άλλωστε άλλη επιλο­γή, λίγο πριν αρχίσει η Α’ Πολιορκία, φρόντισε να ενισχύσει την οχύρωση της πόλης επιβλέποντας προσωπικώς τις σχετικές εργασίες, σύμφωνα με την αφήγηση του Γάλλου φιλέλληνα Olivier Voutier, Memoires sur la guerre actuelle de Grecs, Paris 1826.

Θα σημειώναμε, στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι Μεσολογγίτες κάθε άλλο παρά είχαν μείνει αδρα­νείς στο μεσολαβήσαν διάστημα. Είχαν επιδοθεί με ζέ­ση στην ενίσχυση της οχύρωσης κατά το θέρος του 1822. Και εκτός από την κάθαρση της τάφρου, είχαν βελτιώ­σει και το τείχος με τη χρησιμοποίηση όχι μόνο υλικών από τα σπίτια των απόντων, αλλά και με την εθελοντι­κή προσφορά από τα δικά τους, όπως φαίνεται από κα­τοπινό διάβημα προς τη Διοίκηση: «Δεν ελυπήθημεν να δώσωμεν από εδικά μας, όσα εχρειάζοντο, ξύλα, τάβλες, καρφιά, στρώματα, καλάθια και ότι άλλον εκρίναμεν αναγκαίον».

Τελικά, οι απαισιόδοξες προβλέψεις, οι οποίες δια­τυπώθηκαν για τη δυνατότητα αποτελεσματικής άμυνας του Μεσολογγίου, διαψεύσθηκαν πλήρως, με την πατα­γώδη αποτυχία των ορδών του Ομέρ πασά Βρυώνη (με Αλβανούς) και του Ρεσίτ πασά Κιουταχή (με Τούρκους) να αλώσουν την πόλη στην Α’ Πολιορκία (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1822).

Περίοδος 1823-1824

Το διάστημα αυτό σφραγίζεται με τη δραστηριότητα, που ανέπτυξε ο αφιχθείς τον Φεβρουάριο του 1823 στο Μεσολόγγι από το εξωτερικό, Χίος, κατά την επικρατέ­στερη εκδοχή, στρατιωτικός μηχανικός σπουδαγμένος στην Ευρώπη (Ingenieur militaire) Μιχαήλ Πέτρου Κοκ­κίνης. Ο Αλ. Μαυροκορδάτος ανέθεσε σ’ αυτόν την εκ­πόνηση μελέτης και την εν συνεχεία επίβλεψη της ανακατασκευής των οχυρωματικών έργων του φρουρίου ή κάστρου του Μεσολογγίου. Ας σημειωθεί ότι, άμεσοι βοηθοί του υπήρξαν από την αρχή ο Μεσολογγίτης αρχιτέκτονας Σταύρος Κουτζούκης, ο οποίος σκοτώθηκε κατά την επιθεώρηση του φρουρίου στις 16 Ιουνίου 1825 και αργότερα από τις 11 Μαΐου του 1825 ο Ιτα­λός φιλέλληνας οχυρωματοποιός Rasieri, ο οποίος επί­σης σκοτώθηκε στις 20 Ιουνίου 1825, ατυχώς από «φίλια πυρά».

Ο Κοκκίνης μετά τη μελέτη του έργου, επιδόθηκε αμέσως στην κατασκευή του, «ασχολούμενων και εργαζομένων αδιαλείπτως μετά προθυμίας και ζήλου απάντων των εν τη πόλει παρευρισκομένων μη εξαιρουμένων ουδ’ αυτών των γυναικών και παρθένων εργαζομένων τας νύκτας».

Η χάραξη της νέας οχύρωσης ακολούθησε, στη μεν βόρεια πλευρά την προ του 1823 υπάρχουσα, ενώ στην ανατολική, από τον προμαχώνα (τάπια) της «Λουνέττας» (Γουλιέλμου της Οράγγης), κατευθυνόταν νοτιότερα και κατέληγε στη θάλασσα περί τα 150 μέτρα εντεύθεν (δυτικά) της παλιάς οχύρωσης, με συνολικό ανάπτυγμα περί τα 1.600 μέτρα.

Το τείχος ήταν κατά το πλείστον λιθόδμητο από τοιχοποιία με ασβεστοκονία. Έφθανε σε ύψος μέχρι 3,50 μ. και πίσω είχε επίχωση, ώστε να μπορούν να μάχονται οι αγωνιστές προφυλαγμένοι. Μέχρι το 1824 στήθηκαν 18 κανονοστάσια (τάπιες), κατά κανόνα, αλληλοϋποστηριζόμενα.

Στην εξωτερική παρυφή του τείχους διανοίχτηκε τάφρος πλάτους 8,50-9,00 μ. και βάθους περί τα 2,50 μ., καταλήγουσα κατά τα άκρα της στην θάλασσα, η οποία και την κατέκλυζε, στο μεγαλύτερο μέρος πλην του κεντρικού, ώστε τα από το σημείο αυτό εισερχόμενα υπόγεια γλυκά νερά να μη μολύνονται.

Στην εξωτερική πλευρά της τάφρου και παράλληλα προς αυτήν, (προ των κυριοτέρων προμαχώνων) είχε διανοιχθεί οδός πλάτους περί τα 2,00 μ. Αμέσως μετά κατασκευάσθηκε πρόταφρος πλάτους περί τα 2,50-3,00 μ. και βάθους 1,00 μ. και στο εξωτερικό της μέρος ανεγέρθηκε ανάχωμα προκαλύψεως ύψους περίπου 1,00 μ.

Το σύστημα αυτό της οδού και της προτάφρου αποτελούσε την κα­λούμενη προφυλακτήριο ή κεκαλυμμένη οδό (chemin couvert), η οποία, εκτός από το εμπόδιο που παρενέβαλε στους πολιορκητές, χρησίμευε για να συγκεντρώνονται αθέατοι οι αγωνιστές, προκειμένου να πραγμα­τοποιούν τις «εκτός τειχών», συνήθως νυκτερινές, εξορμήσεις τους κα­τά του εχθρού. Σε μερικά μόνο τμήματα δεν υπήρχε οδός και πρόταφρος.

Στην ανατολική πλευρά του τείχους, υπήρχε σχετικώς μεγάλη προεξοχή τριγωνικού σχήματος, ο προμαχώνας (κανονοστάσιο) «Λουνέττα», ο οποίος επικοινωνούσε με το υπόλοιπο φρούριο με γέφυρα. Η έκτασή του γίνεται αντιληπτή, αν ληφθεί υπόψη, ότι κατά την τελευταία πο­λιορκία, οι υπερασπιστές του ανέρχονταν στους 300 άνδρες υπό τον Ηπειρώτη στρατηγό Γ. Κίτσο και στους 20 Μεσολογγίτες πυροβολητές, συμπεριλαμβανομένων και 4 Μυκονιατών.

Ο Κοκκίνης για να τονώσει το φρόνημα των μαχη­τών, έδωσε στους προμαχώνες ονόματα κυρίως ενδόξων προσώπων από την σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς και επιφανών προσώπων του διεθνούς πανθέου. Οι αγω­νιστές όμως, για ευκολία τους χρησιμοποιούσαν για με­ρικούς προμαχώνες και άλλα ονόματα.

Επίσης, ο Κοκκίνης, με την από 14 Μαΐου 1824 έκθε­σή του προς τον πρόεδρο του Βουλευτικού Αλεξ. Μαυροκορδάτο έγραφε, ότι «το έργον του ήτο ικανόν να ανθέξη εις πάσαν εχθρικήν προσβολήν και ότι οι Άγγλοι, τιμήσαντες αυτό με την παρουσίαν των, ου μόνον εθαύμασαν, αλλ έμειναν διόλου εκστατικοί».

Παράλληλα με τις εργασίες αυτές, ο Κοκκίνης με εντολή του Αλ. Μαυροκορδάτου, προέβη στην ενίσχυση του οχυρού του Βασιλαδιού, καθώς και στην ανέγερση οχυρού στη νησίδα του Προκοπανίστου, στο οποίο δό­θηκε τιμητικά το όνομα «Φρούριον Βύρων» και εγκαινι­άσθηκε στις 16 Ιουνίου 1824. Σήμερα σώζονται υπολείμματα της οχύρωσης του Βασιλαδιού. Ας σημειωθεί, ότι ο λόρ­δος Βύρων, κατά την παραμονή του στην πόλη (24 Δεκεμβρίου 1823 μέχρι τον θάνατό του την 7 Απριλίου 1824), είχε επιδείξει ζωηρό ενδιαφέρον για την οχύρωση της πόλης.

Αλλά και η οχύρωση του Αιτωλικού δεν αγνοήθηκε. Το θέρος και το φθινόπωρο του 1823, κατά τη Β’ Πολι­ορκία Μεσολογγίου-Αιτωλικού από τον Μουσταή πασά της Σκόδρας, ο Κοκκίνης είχε σταλεί στο Αιτωλικό από τον Έπαρχο Κ. Μεταξά και είχε προβεί σε εργασίες ανακατασκευής τριών παραμελημένων πυροβολείων. Τον επόμενο χρόνο ο Αλ. Μαυροκορδάτος, εξασφάλισε το ποσό των 2.000 ταλλήρων για την οχύρωση του Αιτωλικού και κατά τα μέσα Ιουλίου 1824 άρχισε η κατασκευή από τον Κοκκίνη δύο ακόμη οχυρών, τα οποία, όμως, τον Απρίλιο 1825 δεν είχαν πλήρως αποπερατωθεί.

Περίοδος Απρίλιος 1825 έως τον Απρίλιο 1826

Με την έναρξη της Γ’ Πολιορκίας (15 Απρ. 1825) ο Κοκκίνης προέβη στις αναγκαίες επισκευές, ενώ από τον Μάϊο μέχρι και τον Αύγουστο, για να προστατεύσει ορι­σμένους προεξέχοντες προμαχώνες, κατασκεύασε πέντε ακόμη κανονοστάσια επιπλέον των 18 αρχικών. Επίσης, προχώρησε στην ανέγερση 7 επάκτιων κανονοστασίων στη δυτική και νότια πλευρά της πόλης, καθώς και στην κατασκευή δεύτερης γραμμής οχύρωσης στο εσωτερικό ορισμένων προμαχώνων, όπως στου Φραγκλίνου, Γουλιέλμου Τέλλου, Κοτζιούσκου, Βύρωνα, Κοραή, Μακρή, Ρήγα και Μονταλαμπέρ. Εν τω μεταξύ, στις αρχές Ιου­λίου απεσύρθησαν οι φρουρές από τα προωθημένα νησάκια της λιμνοθάλασσας Άη-Σώστη και Προκοπάνιστο, διότι σύμφωνα με τον Σπυρομήλιο «εκρίθησαν ως περιτ­τές να διατηρηθούν». Το γεγονός αυτό, όμως, εκμεταλλεύθηκε ο εχθρός, ο οποίος προώθησε στην δυτική πλευρά της λιμνοθάλασσας πλωτά μέσα και απέκτησε την κυριαρχία της.

Στο διάστημα από 6 Οκτωβρίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825, όταν οι δυνάμεις του Κιουταχή, λόγω των μέχρι τό­τε αποτυχιών τους, αποσύρθηκαν στην τελευταία σειρά χαρακωμάτων περί τα 500 μ. από την πόλη και προς τις υπώρειες του Ζυγού, αναμένοντας τα ασκέρια του Ιμπραήμ, έγιναν εκτεταμένες επισκευές, αλλά και πρόσθετα έργα στο φρούριο, ενώ παράλληλα κατεστράφησαν οι πλησίον των τειχών εχθρικές οχυρώσεις και περισυνελέγησαν χρήσιμα υλικά.

Αργότερα, μετά την κατάληψη του Βασιλαδιού την 25η Φεβρουαρίου, του Ντολμά – Πόρου την 28η Φεβρου­αρίου και του Ανατολικού (Αιτωλικού) την 1η Μαρτίου 1826, για ν’ αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος εχθρικής απόβα­σης στην πόλη, με ειδικώς ναυπηγηθέντα (χωρίς καρίνα) πλοιάρια, οι Έλληνες έχτισαν τις εισόδους των δρόμων που κατέληγαν στη λιμνοθάλασσα, ενώ διάνοιξαν νότια πρόχειρη τάφρο και κατασκεύασαν χαμηλό τείχος. Τελικά, το όλο φρούριο έφερε 48 κανόνια, ολκής μέχρι 48 λιτρών και 4 βομβοβόλα, καθώς και το περίφημο «Coulevrine», τηλεβόλο 48 λιτρών, δώρο του επισκόπου Ιγνατίου πρώην Ουγγροβλαχίας, ο οποίος «σχόλαζε» στην Πίζα της Ιταλίας.

Περίοδος Απριλίου 1826-Μαΐου 1829

Μετά την ηρωική Έξοδο της Φρουράς την 10η Απριλίου 1826, παρέμεινε στην κατακτηθείσα πόλη τουρκαλβανική δύναμη, η οποία, προφανώς, επισκεύασε μερικώς τα τείχη, με αποτέλεσμα να αντισταθεί επιτυχώς στην χαλαρή πολιορκία των Ελλήνων τον Απρίλιο του 1829. Τελικά η πόλη, ως γνωστόν, ανακτήθηκε κατόπιν συνθήκης στις 2 Μαΐου 1829, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για τους Οθωμανούς.

 

Περίοδος Μαΐου 1829-1889

Μετά την απελευθέρωση της πόλης, οι πρώτοι από τους επιζήσαντες και επιστρέψαντες Μεσολογγίτες, με την από 24 Ιουνίου 1829 αναφορά εκπροσώπων τους προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ζητούν, μεταξύ των άλλων αιτημάτων τους:

«Να δοθή μία διαταγή του να συμμάση από το προτείχισμα της πόλεώς μας, το κατά το παράλιον, καθένας όστις γνωρίζη τους λίθους εκ του οίκου του, με τους οποίους είναι εσχηματισμένον».

Φαίνεται, ότι αυτό το αίτημα αποτέλεσε κάποια απαρ­χή διαλύσεως του τείχους του φρουρίου, σε πολύ μικρή όμως τότε έκταση.                                           

Στις 25 Οκτωβρίου 1830 ο Ιω. Καποδίστριας επισκέφθηκε το Μεσολόγγι και περιήλθε το φρούριο. Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, στο υπ’ αρ. 90 της 15ης Νοεμβρίου 1830 φύλλο της, θα γράψει σχετικά: «Το εξωτερικόν τείχος με τα μεγάλα του ρήγματα και το γήπεδον πανταχόθεν καταχαραγμένον από τας σφαίρας και τας βόμβας».

Ύστερα από οκτώ χρόνια, στις 14 Οκτωβρίου 1838 επισκέφθηκε το Μεσολόγγι ο βασιλιάς Όθωνας με την βασίλισσα Αμαλία, επιθεώρησε τα τείχη και διέταξε να ανεγερθεί τείχος πάνω στο ίχνος του παλαιού, για τη συγκράτηση των χωμάτων και της θέσης.

Αυτό ανεγέρθηκε τότε στο μεγαλύτερο μέρος του βορείου τμήματος με δύο πύλες, μία προς το Αιτωλικό (αργότερα κατεδαφίστηκε) και η άλλη προς το Ευηνοχώρι (διατηρείται και σήμερα), που έκλειναν τη νύ­χτα, λόγω της ληστείας, η οποία ήταν την εποχή εκείνη σε έξαρση. Στους προμαχώνες του τείχους τοποθετήθηκαν κανόνια της εποχής και πλησίον τους αρκετές μπά­λες (οβίδες). Η υπάρχουσα τάφρος για αρκετά χρόνια συντηρείτο, αλλά αργότερα επιχώθηκε.

Τα δυτικά του Κήπου των Ηρώων τμήματα του τεί­χους προς τη λιμνοθάλασσα δυστυχώς κατεδαφίσθηκαν από εργολάβους «χάριν ευκολίας» για να κατασκευασθεί η δια του από 7/7/1864 Β.Δ. εγκριθείσα περιμετρι­κή (σήμερα οδός Κύπρου). Και μόνον υπολείμματα του επιχώματος στη θέση του Κανονοστασίου του Φραγκλίνου σώζονται μέχρι σήμερα.

Εδώ, θα παραθέσουμε το ακόλουθο ιστορικό ανέκδο­το: Όταν ο Γεώργιος Α’ μετά την ανάρρησή του στον θρόνο (Νοέμβριος 1863) επισκέφθηκε το Μεσολόγγι, τον συνόδευσε, μεταξύ των άλλων, και ο σύμβουλός του, Δανός κόμητας Σπόννεκ. Κατά την επιθεώρηση του τείχους, ο Σπόννεκ είτε από έπαρση είτε συγκρίνοντάς το με τα κάστρα της Δυτ. Ευρώπης, σε κάποια στιγμή είπε: «Εγώ Μεγαλειότατε, ένα τέτοιο φρούριο θα μπορούσα να το πάρω σε μισή ώρα με 400 Δανούς».

Και ένας γερο-Σουλιώτης που παράστεκε, όταν έμα­θε τι είπε ο ξένος, απάντησε: «Πολύ χρόνο θα ήθελε ο κύ­ριος. Εγώ θα τόπαιρνα σε δέκα λεπτά με 400 Δανούς αρ­κεί να ήταν και οι από μέσα όχι Έλληνες, αλλά Δανοί σαν εσάς».

Περίοδος 1889 μέχρι σήμερα

Στο ανατολικό τμήμα του τείχους, το καίριο πλήγμα κατέφερε κυρίως η κατά τα έτη 1884-1896 κατασκευή των εγκαταστάσεων και της γραμμής των Σιδηροδρόμων Β.Δ. Ελλάδος και των παραπλεύρως «εντός των τοιχών» στρατώνων του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων. Επίσης, και η υπάρχουσα τάφρος επιχώθηκε, επί νομάρχη Σπανίδη τον Ιούνιο 1898.

Τελικά, σήμερα σώζεται σε καλή κατάσταση, μόνο το βόρειο μέρος των τειχών με τα επ’ αυτού κανονοστάσια και τα πυροβόλα, ενώ ελάχιστες μπάλες (οβίδες) διασώ­θηκαν από τη συλλεκτική μανία των νεοελλήνων.

Επίλογος

Σαν τελικό συμπέρασμα, με βάση τα προεκτεθέντα και ιστορικώς καταγραφέντα στοιχεία, προκύπτει, ότι το φρούριο ή κάστρο της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου ανεγέρθηκε πρόχειρα κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης του 1821, ανακατασκευάστηκε πλήρως κατά την πε­ρίοδο 1823-24 και έλαβε την τελική του μορφή κατά την περίοδο (Μάϊος-Αύγουστος 1825).

Μετά την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) το τείχος παρέμεινε ως είχε και εχρησίμευε και ως αμυντικό οχυρό από τους Τούρκους (Αλβανούς), που είχαν καταλάβει το Μεσολόγγι, όταν πολιορκήθηκαν από τους Έλληνες τον Απρίλιο του 1829, μέχρι και της συνθηκολόγησής τους, στις 2 Μαΐου.

Τέλος, το τείχος επισκευάστηκε ή μάλλον ανακατα­σκευάστηκε με εντολή του Όθωνα το 1838, ενώ οι ερ­γασίες αποπερατώθηκαν το 1844. Σήμερα, μετά τις κατά καιρούς άκριτες σε βάρος του επεμβάσεις, διασώζεται σε καλή κατάσταση το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας πλευ­ράς του τείχους. Αυτό οριοθετεί κατά την πλευρά αυτήν τον «Κήπο των Ηρώων» και το Νοσοκομείο «Χατζηκώ­στα».

Θα κλείσουμε τη σύντομη αυτή επισκόπηση, με την ακόλουθη παλαιότερη διατύπωση του πρόσφατα εκλιπόντος Ακαδημαϊκού και ιστορικού Εμμ. Πρωτοψάλτη:

«Πιστεύω ότι η ωραιοτέρα σελίς της Ελληνικής Ιστορίας εγράφη επί των τειχών του Μεσολογγίου, το οποίον, μα­ζί με την ανάμνησιν των Ελευθέρων Πολιορκημένων, θα δεσπόζη πάντοτε και εις την Ιστορίαν και εις την Ποίησιν, αλλά προπάντων θα ζη αιωνίως εις τας καρδίας των Ελλήνων και όλων των ανθρώπων οι οποίοι αγαπούν την πατρίδα και την ελευθερίαν».

Ονομασίες προμαχώνων και κανονοστάσιων των τειχών

Για τις θέσεις και την αρίθμηση των προμαχώνων κανονοστασίων του τείχους λαμβάνεται ως βάση το από το 1907 υπό κλίμακα 1:4000 σχεδιάγραμμα του Μεσολογγίτη τοπογράφου στρατηγού Οδ. Μαρούλη, δοθέντος ότι, όπως ο ίδιος σημειώνει, για τη σύνταξή του έλαβε υπ’ όψη ιστορικά στοιχεία και παλαιότερα σχέδια, μεταξύ των οποίων και το σχέδιο του Κοκκίνη, καθώς και τις επιτόπιες έρευνές του.

Τέλος, αναφέρονται και οι ονομασίες, που χρησιμο­ποιούσαν για μερικούς προμαχώνες οι αγωνιστές.

  1. Σαχτούρη (προς τιμή του Υδραίου Ναυάρχου) ή Μαρμαρούς. Ο προμαχώνας βρισκόταν στη νησίδα «Μαρμαρού» πλησιέστατα στο Β.Δ. άκρο του χερσαί­ου τείχους.
  2. Κυριακούλη Μαυρομιχάλη (προς τιμή του γεν­ναίου αρχηγού των Μανιατών, ο οποίος φονεύθηκε στις 4 Ιουλίου 1822 κατά τη μάχη της Σπλάντζας στο Φανά­ρι των Ηπειρωτικών ακτών και ετάφη στο Μεσολόγγι) ή Ανανία (από την εκεί πλησίον κατοικία του ιερέα Ανανία). Είναι ο ακραίος δυτικός προμαχώνας του χερσαί­ου τείχους.
  3. Λόρδου Βύρωνα (προς τιμή του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, ο οποίος απεβίωσε στις 7 Απριλίου 1824 στο Μεσολόγγι). Σημ. Ο Μαρούλης τοποθετεί εδώ τον προ­μαχώνα Κοτσιούσκου.
  4. Κοτσιούσκου (προς τιμή του εθνικού ήρωα της Πολωνίας Cosciuzko). Σημ. Ο Μαρούλης τοτιοθετεί εδώ τον προμαχώνα Γουλιέλμου Τέλλου.
  5. Γουλιέλμου Τέλλου (προς τιμή του εθνικού ήρωα της Ελβετίας Guillaume Tell) ή του Δεσπότη. Σημ. ο Μαρούλης τοποθετεί εδώ τον προμαχώνα Τοκελί.
  6. Τοκελί (προς τιμή του Ούγγρου ελευθερωτή της Τρανσυλβανίας Tokely). Σημ. ο Μαρούλης τοποθετεί εδώ τον προμαχώνα λόρδου Βύρωνα.
  7. Φραγκλίνου (προς τιμή του συντάκτου της διακηρύξεως, αλλά και της υπογραφής της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Franklin) ή Τερρίμπιλε (λόγω των σκληροτάτων μαχών που έγιναν εκεί).
  8. Νόρμαν (προς τιμή του φιλέλληνα Γερμανού στρατηγού Karl Albert Normann von Ehrenfels, ο οποίος τραυματίσθηκε βαριά στη μάχη του Πέτα στις 4/7/1822 και απεβίωσε στις 23/11/1822 στο Μεσολόγγι, όπου και τάφηκε).
  9. Μιαούλη (προς τιμή του ενδόξου Υδραίου Ναυ­άρχου).
  10. Κουτσοναίϊκα (από τις εκεί παλαιές οικίες).
  11. Κοραή (προς τιμή του Χίου σοφού) ή Αγίου Νι­κολάου (από την εκεί πλησίον εκκλησία).
  12. Μπότσαρη (προς τιμή του γενναίου Σουλιώτη στρατηγού Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος εφονεύθη στις 9 Αυγούστου 1823 στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου και ετάφη στο Μεσολόγγι) ή Μεγάλη Τάπια.
  13. Ιγνατίου (προς τιμή του μητροπολίτου άλλο­τε Άρτης και Ναυπάκτου και πρώην Ουγγροβλαχίας, ο οποίος σχολάζοντας στην Πίζα της Β. Ιταλίας, ανέπτυξε μεγάλη δράση κατά τον αγώνα και βοήθησε σημαντικά το Μεσολόγγι) ή Παναγίας (από την εκεί πλησίον εκ­κλησία).
  14. Αντωνίου Κοκκίνη (προς τιμή του θείου και ευ­εργέτη του μηχανικού Μιχ. Κοκκίνη). Σημ. ο Μαρούλης τοποθετεί εδώ τον προμαχώνα Μακρή.
  15. Κεραυνοβόλος (λόγω του ισχυρού πυρός και της ευστοχίας του).
  16. Γουλιέλμου της Οράγγης (προς τιμή του ελευ­θερωτή της Ολλανδίας William of Orange και μετέπειτα βασιλέα της Αγγλίας Γουλιέλμου του 3ου και τον εκ των προγόνων του λόρδου Charles Murray, ο οποίος διέ­θεσε για την κατασκευή του 110 τάλληρα) ή Λουνέττα. Ο προμαχώνας αυτός, τριγωνικής μορφής, εξείχε στην ανατολική πλευρά του τείχους και επικοινωνούσε με αυ­τό μέσω γεφύρας.
  17. Μακρή (προς τιμή του ηρωικού αρματολού του Ζυγού Δημ. Μακρή). Σημ. ο Μαρούλης τοποθετεί εδώ τον προμαχώνα του Ρήγα.
  18. Ρήγα (προς τιμή του Φεραίου βάρδου της ελευ­θερίας).
  19. Μονταλαμπέρ (προς τιμή του Μαρκήσιου Montalembert, επιφανούς Γάλλου στρατιωτικού μηχανικού).
  20. Λόρδου οφ Σέφφιελντ (προς τιμή του λόρδου Sheffield, ο οποίος, όπως γράφει ο Κοκκίνης, τον διέσω­σε μαζί με άλλους 71 Έλληνες κατά το ταξίδι τους τον Φεβρουάριο 1823 από την Ιταλία στην Ελλάδα) ή του Νότη Μπότσαρη, από τους αρχηγούς της άμυνας του φρουρίου. Γνωστή και ως Αλέρτα.
  21. Σκεντέρμπεη (προς τιμή του γνωστού Αλβανού Χριστιανού ήρωα Γεωργίου Καστριώτη).
  22. Κανάρη (προς τιμή του ενδόξου Ψαριανού Ναυάρχου).
  23. Δρακούλη (προς τιμή του από την Ιθάκη λογίου, που δίδαξε στο Βουκουρέστι και κατόπιν ιερολοχίτου, ο οποίος εφονεύθη στο Δραγατσάνι) ή Κλείσοβας. Εί­ναι ο ακραίος νοτιοανατολικός προμαχώνας του χερσαί­ου τείχους.

Από τους 23 προμαχώνες οι 18 ήταν οι του αρχικού σχεδίου Κοκκίνη, κατασκευασθέντες κατά τα έτη 1823 και 1824, ενώ οι υπόλοιποι 5 και συγκεκριμένως οι ως άνω υπ’ αριθμούς 6, 8, 9, 10 και 15 κατασκευάσθηκαν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από τον Μάϊο μέχρι και τον Αύγουστο του 1825.

Εκτός όμως από τα ως άνω 23 κανονοστάσια του χερ­σαίου τείχους, κατασκευάσθηκαν κατόπιν και 7 επάκτια κανονοστάσια και πυροβολεία στη νότια και τη δυτική πλευρά της πόλης, προς προάσπισή της από τη θάλασσα, ιδίως μετά την εγκατάλειψη των φρουρίων Προκοπανίστου – Άη Σώστη και την πτώση του Βασιλαδίου.

Αυτά ήταν τα εξής:

  1. Λητροβειού, πολύ μικρή τότε νησίδα, πλησιέστατα στην ξηρά στη Ν.Α. πλευρά του Μεσολογγίου. Όπως συνάγεται από το σχεδιάγραμμα Μιλ. Σέχου, αυτό έκειτο παρά τη σημερινή οδό Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού περί τα 200 μ. νοτίως από τη συνάντησή της με την οδό Σπυρίδωνος Τρικούπη.
  2. Ανεμομύλου, νησίδα τότε πλησιέστατα στην ξηρά νοτίως του Μεσολογγίου, παρά τη συνάντηση της ση­μερινής οδού Τουρλίδας και της παλαιάς Περιμετρικής οδού (έχει εκεί περίπου τοποθετηθεί ομοίωμα ανεμομύ­λου).
  3. Μπούρμπαχη, στο δυτικό τμήμα της πόλης, ανατολικώς της σημερινής πλατείας Τρικούπη.
  4. Δουγάνας, βορειότερα του προηγούμενου παρά τη θέση, όπου η οικία διαμονής του λόρδου Βύρωνα.
  5. Γιαξίμη, ακόμη βορειότερα στη θέση παρά τη συ­νάντηση περίπου των σημερινών οδών Σταμ. Λεβίδη και Χαρ. Τρικούπη.

Για τα άλλα 2 δεν υπάρχουν στοιχεία.

Τέλος, εκτός από αυτά, φαίνεται ότι λίγο πριν από την Έξοδο, είχαν ανεγερθεί και δέκα άλλα επάκτια πυροβολεία βορειότερα στην δυτική πλευρά της πόλης, όπως αναφέρει ο Κ. Στασινόπουλος, καθώς επίσης και τείχος χαμηλού ύψους κατά μήκος της νότιας παραλίας του Μεσολογγίου.

 


Βιβλιογραφία – Πηγές

  1. Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.: Αρχείο Διονυσίου Ρώμα, Αθήναι 1906.
  2. Γενικά Αρχεία Κράτους.
  3. Γενική Εφημερίς Ελλάδος.
  4. Ζώη Βλασσόπουλου, Η τελευταία νυξ του Μεσολογγίου, Αθήναι 1895.
  5. Χρ. Ευαγγελάτου, Ιστορία του Μεσολογγί­ου, Αθήναι 1859.
  6. Ιω. Ιωαννίδου, Πολιορκίαι, Έξοδος και Ηρώον Μεσολογγίου, Μεσολόγγιον 1926.
  7. Σπ. Κανίνια, Ελευθερία, Αθήνα 2002.
  8. Νικ. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτι­κά, Αθήναι 1939.
  9. Νικ. Κολόμβα, Μεσολόγγι 1821-1829, Οι Αθάνατοι Πρόμαχοι, Αθήνα 1998 (Α’) και 2018 (Β’).
  10. Κώνστα Κ., Ιστορικά Έγγραφα Μεσολογγιτών της Εξόδου 1826-1833, Αθήναι 1968.
  11. Β. I. Λαζανά και Λ. Μυγδάλη, Το Έπος του Μεσολογγίου, Αθήναι 1991.
  12. Βασ. Λαμπρόπουλου, Μεσολόγγι, Η Ιερή Πόλη, Μήτρα της Ελλάδος, Αθήνα 2003.
  13. Ιωάνν.-Ιακώβου Μάγερ, Ελληνικά Χρο­νικά, Αθήναι 1926.
  14. Οδυσ. Μαρούλη, Τελευταία Πολιορκία του Μεσολογγίου, Αθήναι 1925.
  15. Νικ. Μακρή, Ιστορία του Μεσολογίου, Αθήναι 1959.
  16. Αρτ. Μίχου, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, Αθήναι 1956.
  17. Στεφ. Παπαδόπουλου, Το Μεσολόγγι και ο Φιλελληνισμός, Ιωάννινα 1970.
  18. Ιω. Ραζή-Κότσικα, Συμβολή εις την Ιστο­ρίαν των Πολιορκιών και της Εξόδου του Με­σολογγίου, Αθήναι 1932.
  19. Κων. Πετρόπουλου, Σκηνές Εθνικού Με­γαλείου, Αθήναι 1971.
  20. Σπ. Σακαλή, Μεσολόγγι 1826, Τύχη Οικο­γένειας Ι. Ι. Μάγερ και Κατάλογος των Αιχμα­λώτων της Εξόδου. Αθήνα 2000.
  21. Σιμόπουλου Κυρ., Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 1821, Αθήναι 1987.
  22. Νικ. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα του ’21, Αθήναι 1852-59.
  1. Σπυρομήλιου, Απομνημονεύματα της Β’ Πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, Αθήναι 1959.
  2. Κων. Στασινοπούλου, Οι Μεσολογγίται, Αθήναι 1926.
  3. Σπύρου Τρικούπη: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1888.
  4. Τσίντζου Στεφ., Το Μεσολόγγι, Κοιτίς της Ελευθερίας, Αθήναι 1936.
  5. Νικήτα Φιλιππόπουλου, Το Μεσολόγγι στο διάβα του χρόνου, Αγρίνιο

 

 




Μοιραστείτε το άρθρο...
Ετικέτες: # # # #

Newsroom

Σκοπός μας είναι η προβολή και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς, του περιβαλλοντικού πλούτου καθώς και της πολιτιστικής και πολιτισμικής παράδοσής μας. Στόχος μας είναι η ενημέρωση των επισκεπτών και η έμπρακτη συμβολή ούτως ώστε ο νομός Αιτωλοακαρνανίας να γίνει ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός.
iAitoloakarnania.gr

Φανταστικά τοπία, σπουδαία ιστορία, υπέροχοι άνθρωποι!