Ταξιδέψτε στο παρελθόν μέσα από το βιβλίο «Ναυπακτιακά Μελετήματα»

Στο εξαίρετο βιβλίο ξετυλίγονται παλιές ιστορίες από τα χωριά της Ναυπακτίας.

Πρόκειται για το βιβλίο του Χαράλαμπου Δημ. Χαραλαμπόπουλου με τίτλο “Ναυπακτιακά Μελετήματα” που εκδόθηκε το 1980 από τον Σύλλογο Δορβιτσωτών Ναυπακτίας.

Το βιβλίο, ένα πόνημα 510 σελίδων, αυτό αποτελεί Ιστορική και Λαογραφική μελέτη με πλατιά αναφορά στη Ναυπακτία και ιδιαίτερα στα χωριά της Πυλήνης, στην ιδιότυπη τοπική γλωσσική διάλεκτο τα μπουλιάρικα και στους Μπουλιαραίους.

Διαβάστε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο

Στα 1930 ο Πασιοφώτης με τον γιο του Γιάννη βρίσκονταν σα γυρολόγοι στην περιφέρεια της Πάτρας. Ένα πρωινό βρέθηκαν στο χωριό Ζήρια και σταμάτησαν στο σπίτι του Γεωργ. Λαζαρά. Ο οικοδεσπότης κατέβηκε
από το σπίτι και τους χαιρέτησε εγκάρδια.
– Πούθε είσαι παιδί μου; ρωτάει τον Παϊσιοάννη
– Από την Ναύπακτο, απαντάει ο νεαρός.
– Από ποιο χωριό της Ναυπάκτου; ξαναρωτάει.
– Από τον Πλάτανο, απαντάει ο νεαρός πιστεύοντας ότι ο Πλάτανος σαν κεφαλοχώρι θάταν γνωστό,ενώ την
Δορβιτσά ποιός μπορούσε να την ξέρει!
– Πως το λένε παιδί μου το χωριό σου; ξαναρωτάει ποιό έντονα ο Μωραϊτης.
– Δορβιτσά, αναγκάστηκε να πει ο νέος.
– Παιδί μου να το λες και να τόχεις καμάρι που είσαι από την Δορβιτσά. Και σκυλί να έρθει, που λέει ο λόγος, και να μου πει ότι είναι από την Δορβιτσά, θα κατέβω από το κρεβάτι μου και θα το βάλω να κοιμηθεί.

Κι άρχισε να του διηγείται ο Μωραίτης. «Στον πόλεμο 1912-1913 ήμουν εισπράκτορας και με διέταξαν να μοιράσω πολεμικά βοηθήματα στη Ναυπακτία για τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές. Ξεκίνησα με τα πόδια, μια και αυτοκίνητο δεν υπήρχε τότε, πέρασα από όσα χωριά βρήκα στο δρόμο μου, αλλά σχεδόν ούτε καλημέρα δεν μού παν. Έπιασε η νύχτα και το κρύο ήτανε τσουχτερό, σαν έφτασα στη Δορβιτσά. Μπήκα μέσα στο μαγαζί
κι όλοι με καλωσόρισαν με μια φωνή και τσακώνονταν ποιος να με πρωτοκεράσει. Ύστερα έγινε φασαρία ποιος θα με πρωτοπάρει στο σπίτι του, για να με φιλοξενήσει. Τελικά πήγα στο σπιτικό του Καλαντζοβαγγέλη, όπου με περιποιήθηκαν με μεγάλη ζεστασιά. Την άλλη μέρα παραμονή Χριστουγέννων, παρά τα παρακάλια του οικοδεσπότη να μείνω να περάσω τα Χριστούγεννα μαζί τους, έπρεπε να φύγω για τον Πλάτανο. Ο
Καλαντζοβαγγέλης κόβει ένα κομμάτι κρέας από το γουρούνι που είχε κρεμασμένο και μου το ‘δωσε λέγοντας.
«Πάρε το μερδικό σου μια και δεν μπορείς να μείνεις και σύρε στο καλό» «Μπορώ, παιδί μου, ύστερα απ’ αυτά να ξεχάσω τέτοιο χωριό με τόσο φιλόξενους ανθρώπους», απόσωσε το λόγο του συγκινημένος ο Μωραΐτης.

Διαβάστε ακόμη…