Πρόκειται για ένα μιμόδραμα με τον θάνατο και την ανάσταση ενός αρματωμένου, όπου ακολουθεί χαρούμενος χορός απ’ όλους, με φανερούς τους συμβολισμούς για το ξανάνιωμα της φύσης.

Οι αρματωμένοι και οι καβαλάρηδες Αη Συμιώτες φημίζονται για τις χορευτικές τους ικανότητες. Υπέροχες και θεαματικές είναι οι χορευτικές τους αναπαραστάσεις, που θυμίζουν λαϊκά δρώμενα στους δρόμους.

Μάλιστα, οι κινήσεις των αρματωμένων του Μεσολογγίου παραπέμπουν σε αρχέγονα μοτίβα αφού το περίφημο πανηγύρι του Άι-Συμιού την Πεντηκοστή, αποτελεί μια εθιμική αναπαράσταση της πορείας των Εξοδιτών.

Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί ο «χορός του πεθαμένου», ένα μιμόδραμα με τον θάνατο και την ανάσταση ενός αρματωμένου και τον χαρούμενο χορό στη συνέχεια απ’ όλους, με φανερούς τους συμβολισμούς για το ξανάνιωμα της φύσης.

Ο «χορός του πεθαμένου» είναι ένα χορευτικό έθιμο από τους εκστασιασμένους Άη Συμιώτες που με μοναδικό παλμό και καταπληκτική ηθοποιία παρουσιάζουν μια μοναδική χορογραφία.

Το θέμα του χορού, που διαρκεί πέντε με δέκα λεπτά, αναφέρεται στη φιλία. Ο χορός αρχίζει από μια παρεξήγηση του καπετάνιου κι ενός άλλου παλικαριού της παρέας. Ο αρματωμένος διατάζει τα όργανα να σταματήσουν. Ο καπετάνιος τον ρωτάει:

– Γιατί σταμάτησες τα όργανα; 

– Γιατί έτσι θέλω και χτυπά τον καπετάνιο, απαντάει ο αρματωμένος.

Αμέσως βγάζουν τις κάμες και αρχίζουν να μονομαχούν. Ύστερα από λίγο η κάμα του καπετάνιου βυθίζεται στο πλευρό του αντιπάλου, ο οποίος σωριάζεται κάτω.

Ενώ «ξεψυχάει», ο νικητής όρθιος, πάνω του, κουνάει θριαμβευτικά την κάμα και χορεύει τον «πεθαμένο» πιστεύοντας ότι έτσι ξαναζωντανεύει τα ηρωικά χρόνια της σκλαβιάς, χωρίς να υποψιάζεται πόσο πιο βαθιά τον τραβούν αυτή τη στιγμή οι ρίζες της φυλής του.

Ξαφνικά πάει να φύγει, αλλά μετανιωμένος, παρατάει την κάμα, σκύβει και μάταια προσπαθεί να ξαναφέρει στη ζωή τον «νεκρό».

Τότε αρχίζει να θρηνεί, πετάει τη σκούφια του, χτυπάει το κεφάλι του, τραβά τα μαλλιά του και στρεφόμενος προς το μοναστήρι, ανάμεσα σε λυγμούς λέει:

– Άη Συμιέ μου σχώρα με, δεν τόθελα!

Ο Αη Συμιός κάνει το θάμα του κι ανασταίνει τον νεκρό, που αρχίζει τώρα να αναδεύεται. Τότε, ο καπετάνιος βγάζει ένα μαντίλι από το σελάχι του, σκουπίζει την πληγή, την πλένει με μυρωδικό και τον καταβρέχει με λίγο νερό.

Μετά χαρούμενος τον σηκώνει, τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Οι δύο φίλοι δίνουν τα χέρια. Τα όργανα παίζουν πάλι και ο χορός «ανάβει» μ’ όλους τους πανηγυριστές που παρακολουθούσαν. Μπροστά χορεύουν οι δύο πρωταγωνιστές. Είναι ένα σφιχταγγάλιασμα της ζωής και του θανάτου και γι’ αυτό χορεύουν με επιτυχία το «χορό του πεθαμένου».

Τέλος, η λαογράφος Μέλπω Μερλιέ στην καταγραφή που έκανε κατά το οδοιπορικό της (13/09/1975) σε χωριά και πόλεις της ελληνικής επικράτειας, το περιγράφει ως «Ευρετηριακό» δρώμενο που συμβολίζει την φθορά της φύσης και την αναγέννησή της την άνοιξη. Υποστηρίζεται ότι είναι επιβίωση των λατρευτικών τελετών του Υακίνθου και του Αδώνιδος.

Απολαύστε το χορευτικό έθιμο από φωτογραφίες του Tsomakos Photography